Jump to content

Καλώς ήρθες επισκέπτη στο Newsat

Όπως και στις περισσότερες κοινότητες στο διαδίκτυο, ετσι και εδώ πρέπει να εγγραφείτε για να αποκτήσετε πλήρες πρόσβαση και να δημοσιεύσετε στην κοινότητα μας. Είναι μια εύκολη διαδικασία που απαιτεί ελάχιστες πληροφορίες για την εγγραφή σας. Αποκτήστε πρόσβαση στο  Newsat συνδέοντας ή δημιουργώντας έναν λογαριασμό. Εσύ τι κάθεσαι και δεν το κάνεις? :classic_happy:


Dsat1

Μέλος
  • Μηνύματα

    21
  • Εγραφή

  • Τελευταία Επίσκεψή

  • Πόντοι

    1

Ο χρήστης Dsat1 κέρδισε την τελευταία ημέρα στης 12 Δεκεμβρίου

Ο χρήστης Dsat1 είχε το περιεχόμενο που άρεσε ποιο πολυ!

Σχετικά με Dsat1

Όνομα

  • Όνομα
    Dsat

Περιοχή

  • Περιοχή
    Περιστέρι

Πρόσφατοι Επισκέπτες Προφίλ

20 προβολές προφίλ
  1. Dsat1

    Θόρυβος δορυφορικού κατόπτρου

    Σε κάθε σήμα που λαμβάνεται σε ένα δορυφορικό κάτοπτρο, εισέρχεται και θόρυβος, ο οποίος μειώνει την απόδοση της λήψης. Η σχέση είναι σήμα λήψης = πραγματικό σήμα + θόρυβος κατόπτρου. Ο θόρυβος που «ενοχλεί» τη λήψη των μικροκυμάτων που εκπέμπουν οι δορυφόροι εμφανίζεται με τρεις διαφορετικές μορφές. Αστρικός θόρυβος Ο Αστρικός θόρυβος είναι μία ακτινοβολία μεγάλου εύρους π οποία εκπέμπεται από τη μετατροπή ενέργειας στα άστρα. Το φαινόμενο είναι ισχυρό όταν εισέρχεται στον κύριο λοβό, ενώ n ισχυρότερη μορφή του είναι n ευθυγράμμιση του δορυφόρου με τον ήλιο. Δυο φορές τον χρόνο και σε σχέση με το γεωγραφικό πλάτος της περιοχής που βρίσκεται το κάτοπτρο λήψης, παρουσιάζεται ένα ηλιακό φαινόμενο που μπορεί να επηρεάσει την δορυφορική λήψη με μείωση του σήματος ανάλογη με αυτή μιας έντονης βροχόπτωσης, έως ακόμη και την καταστροφή του LNB. Στην Ελλάδα παρουσιάζεται λίγο πριν την εαρινή και λίγο μετά την φθινοπωρινή ισημερία. Το φαινόμενο οφείλεται στην γεωμετρία του ήλιου γης. Η περιστροφή της γης γύρω από τον ήλιο είναι ελλειπτική ενώ ο άξονας βορείου και νοτίου πόλου δεν είναι κάθετος στο επίπεδο αυτής της (ελλειπτικής) τροχιάς αλλά έχει κλίση 23,44 μοίρες. Η απόκλιση του ηλίου από το επίπεδο του ισημερινού έχει μια απόκληση από +23,44° έως -23,44°. Στα σημεία που τείνει να μηδενιστεί η απόκλιση του ηλίου ως προς το επίπεδο του ισημερινού ο ήλιος περνάει από την νοητή ευθεία κάτοπτρο δορυφόρος με αποτέλεσμα το κάτοπτρο να σκοπεύει κατευθείαν στον ήλιο. Το φαινόμενο δεν είναι στιγμιαίο αλλά αρχίζει σταδιακά, φτάνει στο μέγιστο και κατόπιν εξασθενεί έως να μηδενιστεί. Το πόσο αυτό το φαινόμενο θα επηρεάσει την λήψη έχει άμεση σχέση με το μέγεθος του κατόπτρου. Είναι πολύ έντονο σε κάτοπτρα πάνω από 3 μέτρα που έχουν δέσμη που λαμβάνει σήμα της μισής μοίρας (Τα 90 εκατοστά έχουν δέσμη περίπου 2,2 μοίρες και έτσι το φαινόμενο είναι πιο ήπιο) Στα κάτοπτρα με εύρος δέσμης κάτω από μίση μοίρα κατά την ευθυγράμμιση το κάτοπτρο δέχεται όλο τον ηλεκτρομαγνητικό θόρυβο από τον ήλιο ενώ αυτά με εύρος δέσμης κάτω από μίση μοίρα δέχονται ένα ποσοστό. Κατά την διάρκεια του φαινομένου τις μεσημεριανές ώρες και ιδιαίτερα στα μεγάλα κάτοπτρα κάλο είναι να καλύπτονται τα LNB ώστε να μην κινδυνεύουν να καούν από την θερμοκρασία η αν πρόκειται για κινητά κάτοπτρα να μετακινηθούν είτε ανατολικά είτε δυτικά ανάλογα με την πορεία του Ηλίου. Θόρυβος Περιβάλλοντος Θόρυβος Περιβάλλοντος είναι ο θόρυβος που παράγεται από κάθε είδους ηλεκτρική διέγερση από το γειτονικό περιβάλλον της κεραίας. Για παράδειγμα, διάφορα μοτέρ κίνησης, άνοιγμα διακόπτη φωτισμού, ξεκίνημα μηχανής αυτοκινήτου κ.ά παράγουν ηλεκτρομαγνητικά σήματα διαφόρων συχνοτήτων που εισέρχονται στον λοβό της κεραίας. Θόρυβος Εδάφους Θόρυβος Εδάφους σε όλες τις θερμοκρασίες πάνω από το απόλυτο 0, n διέγερση των μορίων του ζεστού εδάφους δημιουργεί μεγάλου εύρους παρασιτικά σήματα, γνωστά ως θόρυβος εδάφους ή θερμικός θόρυβος. Θόρυβος Κεραίας Οι παραπάνω τρεις μορφές θορύβου (εκτός της ειδικής περίπτωσης του ηλιακού φαινομένου) ομαδοποιούνται και ονομάζονται θόρυβος κεραίας (antenna noise), ένας όρος που αναφέρεται στα τεχνικά χαρακτηριστικά των κατασκευαστών. Είναι αποτέλεσμα κίνησης μορίων και αυξάνεται με την αύξηση της θερμοκρασίας. Η μέτρηση γίνεται σε βαθμούς Kelvin και θεωρήθηκε ως σημείο αναφοράς για το ζεστό έδαφος αυτό των 290o Κ (17o C). Έτσι n σχέση διαμορφώνεται: Θόρυβος Κατόπτρου = Αστρικός Θόρυβος + Θόρυβος Περιβάλλοντος + Θόρυβος Εδάφους Είναι προφανές ότι ο αστρικός θόρυβος (εκτός βέβαια της περίπτωσης της ευθυγράμμισης του ηλίου) και ο θόρυβος περιβάλλοντος είναι πολύ μικροί επηρεασμοί σε σύγκριση με τον θόρυβο εδάφους. Δίνοντας λοιπόν μία κλίση στη χοάνη λήψης μακριά από το έδαφος, με αποτέλεσμα να κοιτά περισσότερο τον ουρανό (κάτι που συμβαίνει στα offset κάτοπτρα), μειώνουμε την επίδρασή του εδάφους. Επίσης όσο πιο στενός είναι ο λοβός του κατόπτρου (δηλαδή όσο πιο μικρή δέσμη λήψης έχει), τόσο μικρότερος είναι ο επηρεασμός από τον θόρυβο. Στις μικρές διαμέτρους (κάτω του ενός μέτρου) έχουμε μεγάλη δέσμη λήψης. Τα κάτοπτρα αυτά λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι offset, έτσι ώστε να μειώνεται ο επηρεασμός του εδάφους satspot.gr
  2. Dsat1

    Η λειτουργία του Μοτέρ Actuator & Positioner

    Τα actuator διατίθενται σε διαφορετικά μήκη και πάχη σωλήνα, ανάλογα με τη διάμετρο κατόπτρου που προορίζονται να κινήσουν.Η κίνηση ενός κάτοπτρου με μοτέρ τύπου actuator, καθώς και η δυνατότητά του να σταματάει σε προκαθορισμένα σημεία που αντιστοιχούν σε θέσεις δορυφόρων (ανάλογα με το κανάλι που θα επιλέξουμε) πραγματοποιείται με τη συνεργασία ηλεκτρομηχανικών κυκλωμάτων, καθώς και με μια σειρά εντολών που μεταδίδονται μεταξύ αυτών. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι η ανάλυση της αρχής λειτουργίας των εμπλεκομένων συσκευών μοτέρ actuator και positioner, καθώς και της συνεργασίας τους με το δορυφορικό δέκτη στην περίπτωση κίνησης, μέσω του πρωτοκόλλου DiSEqC 1.2. Η αρχή λειτουργίας του μοτέρ Actuator To μοτέρ τύπου actuator έχει σαν βασική αρχή τη μετατροπή της περιστροφικής κίνησης σε γραμμική κίνηση. Η κίνηση προκαλείται από το μοτέρ και επιτυγχάνεται με την περιστροφική κίνηση ενός συμπλέγματος γραναζιών σε έναν κύλινδρο, που βρίσκεται μέσα σε έναν άλλον κύλινδρο. Οι δύο κύλινδροι συνδέονται μεταξύ τους σπειρωματικά. Η εκτόνωση της περιστροφικής κίνησης του ενός μέσα στον άλλον, έχει ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση του συμπλέγματος των δύο κυλίνδρων, άρα έχουμε γραμμική κίνηση σε αύξοντα βαθμό. Με αντίθετη κίνηση του μοτέρ έχουμε το αντίστροφο αποτέλεσμα, δηλαδή ελάττωση του συνολικού μήκους του συμπλέγματος. H σύνδεση των δύο σωλήνων εντός του actuator γίνεται σπειρωματικά. Η γραμμική αύξηση ή ελάττωση του τηλεσκοπικού σκάφους των δύο κυλίνδρων, σε συνδυασμό με τη στερέωσή τους στην πολική βάση του κατόπτρου (polar mount), έχει ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση του κατόπτρου πάνω στο τόξο των δορυφόρων. Η κίνηση του μοτέρ προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση (άρα και κατ’ επέκταση, η κίνηση του κατόπτρου ανατολικά ή δυτικά) επιτυγχάνεται με την εφαρμογή μιας τάσης 36V στα άκρα του. H συσκευή που παρέχει αυτήν την τάση ονομάζεται Positioner. Αναστροφή της πολικότητας της συγκεκριμένης τάσης, προκαλεί κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πέραν από την απλή κίνηση του μοτέρ προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, υπάρχει η ανάγκη ελεγχόμενης κίνησης του κεραιοσυστήματος σε προκαθορισμένα σημεία, που αντιστοιχούν σε θέσεις δορυφόρων. Αυτό επιτυγχάνεται με την παραγωγή παλμών επιστροφής, που δημιουργούνται με την ταυτόχρονη κίνηση του μοτέρ και αναγνωρίζονται από όλα τα σύγχρονα positioner. Καθώς το μοτέρ κινείται, έχουμε ταυτόχρονη περιστροφή και μιας ροδέλας στο κάτω μέρος του σταθερού σκάφους του actuator. Πάνω σε αυτήν, περιμετρικά, είναι τοποθετημένοι ανά τακτά διαστήματα μικροσκοπικοί μαγνήτες. Πολύ κοντά στην περίμετρο της ροδέλας, βρίσκεται μια μαγνητική επαφή που παρουσιάζει την εξής ιδιότητα. Σε κατάσταση ηρεμίας, η μαγνητική επαφή είναι ανοικτή και δεν κλείνει κύκλωμα - και άρα δεν διέρχεται ρεύμα στο εσωτερικό της. Όταν όμως στα άκρα της τοποθετηθεί ένας μαγνήτης, αυτή έλκεται από το μαγνήτη, με αποτέλεσμα να έρθει σε επαφή με το άλλο άκρο της γραμμής, ώστε το κύκλωμα να κλείσει και να διέλθει ρεύμα στο εσωτερικό της. Όλο αυτό το μαγνητικό – μηχανικό σύστημα ονομάζεται Reed Sensor. Το μοτέρ του actuator, όπως φαίνεται εσωτερικά. Εάν τώρα στα άκρα του Reed Sensor εφαρμοστεί μια συνεχής τάση, καθώς περνάνε οι μικροσκοπικοί μαγνήτες της ροδέλας από δίπλα τους, παρουσιάζεται το εξής φαινόμενο. Κάθε φορά που περνά ο μικροσκοπικός μαγνήτης μπροστά από το Reed Senor, η τάση πιάνει μια μέγιστη τιμή (κλειστό κύκλωμα), ενώ όταν απομακρύνεται, το κύκλωμα ανοίγει και η τάση απότομα μηδενίζεται. Το φαινόμενο αυτό επαναλαμβάνεται κάθε φορά που περνά ένας μικροσκοπικός μαγνήτης από την περιοχή του Reed Sensor. Με δεδομένο ότι οι αποστάσεις των μαγνητών πάνω στη ροδέλα είναι ίσες και ότι η τάση στα άκρα του Reed Sensor είναι συνεχώς σταθερή, δημιουργείται ένας τετραγωνικός παλμός, του οποίου το πλάτος καθορίζεται από την τάση που εφαρμόζεται στα άκρα της μαγνητικής επαφής, ενώ η περίοδός του εξαρτάται από το πλήθος των μικρών μαγνητικών τμημάτων που βρίσκονται πάνω στη ροδέλα. Η μαγνητική επαφή συνδέεται άμεσα με το positioner, μέσω δισύρματης γραμμής. Όσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος των μαγνητών, τόσο ακριβέστερα μπορεί να γίνει αντιληπτή από το positioner η εκάστοτε θέση του μοτέρ (και κατ’ επέκταση, η θέση του κατόπτρου). Πέρα από την κίνηση της μαγνητικής ροδέλας, έχουμε και την ταυτόχρονη κίνηση δύο άλλων ροδελών, που μπορούν με μια συγκεκριμένη προεξοχή που παρουσιάζουν στην περίμετρό τους, να ελέγξουν δύο διακόπτες (κατά την κίνηση προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση). Οι διακόπτες παίζουν το ρόλο του μηχανικού ορίου, έτσι ώστε εάν ανοίξει κάποιος από αυτούς, να διακόπτεται η παροχή των 36V προς το μοτέρ, άρα και η συνολικότερη κίνησή του. Η τοποθέτηση μηχανικού ορίου σε μοτέρ τύπου actuator είναι πολύ σημαντική, γιατί αποφεύγεται η προσπάθεια κίνησής του, όταν σπειρωματικά είναι αδύνατο να συμπτυχθεί ή εκτονωθεί (άρα δεν ζορίζεται). Επίσης, κατά την εκτόνωση είναι πιο πιθανό να εξαντληθεί πρώτα το μηχανικό όριο κίνησης της πολικής βάσης (polar mount), με προφανές αποτέλεσμα τη στρέβλωση μέρους της ή πιθανή καταπόνηση της επιφάνειας του κατόπτρου. Όταν πλησιάσει ένας μαγνήτης, οι μαγνητικές επαφές ενώνονται κάτω από την έλξη του μαγνητικού πεδίου και το κύκλωμα κλείνει - και άρα άγει ηλεκτρικό ρεύμα. Η αρχή λειτουργίας του positioner Η αρχή λειτουργίας του, βασίζεται στην ύπαρξη ενός μικροεπεξεργαστή που λειτουργεί συνεχόμενα, ακόμα και σε κατάσταση αναμονής της συσκευής. Όλες οι ρυθμίσεις που δέχεται η συσκευή, όπως ρύθμιση ορίων, αποθήκευση θέσεων δορυφόρων κ.ά., αποθηκεύονται σε μία EPROM που επικοινωνεί απευθείας με το μικροεπεξεργαστή. Στην εκδοχή όπου το positioner υποστηρίζει κίνηση με DiSEqC 1.2, τότε έχουμε αυτόματη κίνηση του μοτέρ σε δορυφόρο, που αντιστοιχεί το κανάλι το οποίο επιλέγουμε στο δορυφορικό μας δέκτη. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως εκτός από την πληροφορία για την πόλωση του LNB, ο δέκτης στέλνει και μια άλλη πληροφορία που σχετίζεται με την κίνηση, βασισμένη στο πρωτόκολλο DiSΕqC 1.2, μέσω ενός διαμορφωμένου τόνου 22kHz. Ο μικροεπεξεργαστής αναλαμβάνει να διαβάσει την εκάστοτε εντολή DiSEqC και βάσει της πληροφορίας που περιέχει, να δώσει εντολή σε αντίστοιχα κυκλώματα του positioner, που έχουν άμεση σχέση με την κατεύθυνση κίνησης του μοτέρ, καθώς και με τη θέση ηρεμίας. To φέρον των 22kHz συνήθως έρχεται με χαμηλότερη στάθμη από αυτή που απαιτεί η αντίστοιχη βαθμίδα εισόδου CMOS ή TTL του μικροεπεξεργαστή, γι’ αυτό και υπάρχει ανάλογη ενισχυτική βαθμίδα. Για ευνόητους λόγους, η βαθμίδα εισόδου είναι χαμηλής ευαισθησίας για να μη διεγείρεται από σήματα θορύβου ή αλληλεπιδράσεων, ενώ η ελάχιστη στάθμη διέγερσης είναι περίπου 300mV. Οι μαγνήτες είναι τοποθετημένοι πάνω σε μια ροδέλα. Η δομή των εντολών DiSEqC έχει αναλυθεί σε προηγούμενο άρθρο του περιοδικού. Απλά, θα σας υπενθυμίσουμε ότι οι εντολές DiSEqC δημιουργούνται με την εισαγωγή χρονικών παύσεων στον τόνο των 22kHz που στέλνει ο δορυφορικός δέκτης προς το κεραιοσύστημά μας, μέσω του ομοαξονικού καλωδίου. Οι χρονικές παύσεις (100ms και 500ms) δημιουργούν bits δεδομένων (0 και 1), ενώ αυτά με τη σειρά τους δημιουργούν adress bytes, command bytes και frame bytes. Συνδυασμοί των παραπάνω bytes αντιστοιχούν σε εντολές κίνησης, παύσης ,δημιουργίας ορίου κ.λπ. Μετά την ανάγνωση συγκεκριμένης σειράς bytes, ο μικροεπεξεργαστής δίνει εντολή για την εφαρμογή κατάλληλης τάσης 36V στους ακροδέκτες με την ένδειξη motor, που θα επιτρέψει την κίνηση του μοτέρ (αφού γίνει η σύνδεση με αυτό. μέσω ειδικού καλωδίου). Ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου θα εφαρμόζεται η τάση, έχει άμεση σχέση με το τι εντολή δώσαμε (π.χ. κίνηση για συγκεκριμένη θέση δορυφόρου) και καθορίζεται με την εισαγωγή τετραγωνικού παλμού σε αντίστοιχο pin του επεξεργαστή. Ένα Reed Switch, όπως διατίθεται στο εμπόριο. Η κατεύθυνση της κίνησης του μοτέρ καθορίζεται από την πολικότητα της τάσης των 36V, που εφαρμόζεται στους δύο ακροδέκτες. Κάθε ακροδέκτης συνδέεται με την έξοδο ενός ρελέ, ενώ το πρωτεύον πηνίο του ρελέ οδηγείται από ένα τρανζίστορ. Κάθε τρανζίστορ ελέγχεται απευθείας από τον επεξεργαστή και παίζει το ρόλο του διακόπτη. Όταν άγει το ένα τρανζίστορ, το άλλο δεν άγει. Πάντα βρίσκονται σε αντίστροφη κατάσταση, με αποτέλεσμα κάθε φορά το ένα ρελέ είναι ανοιχτό και το άλλο κλειστό, όποτε η τάση των 36V αλλάζει πολικότητα. Η πληροφορία της κίνησης του μοτέρ σε συγκεκριμένη θέση (άρα και του χρόνου κίνησης) έρχεται στο positioner από το actuator, με τη μορφή παλμών επιστροφής που δημιουργούνται από το Reed Sensor. H δημιουργία τους έχει αναλυθεί στο μέρος που αφορά το actuator. Οι παλμοί επιστρέφουν από το actuator μέσω των ακροδεκτών που αναγράφουν sensor και οδηγούνται μέσω κάποιων βαθμίδων (χαμηλοπερατό φίλτρο, buffer) στο μικροεπεξεργαστή. Η εκάστοτε θέση του κάτοπτρου είναι αποθηκευμένη σε μία μνήμη, σαν μία απόλυτη αριθμητική τιμή, από το 0 έως το 999. Ανάλογα με την κατεύθυνση της κίνησης, η αριθμητική τιμή αυξάνεται ή μειώνεται κατά μία μονάδα, για κάθε παλμό που επιστρέφει προς τον επεξεργαστή. Η όλη λειτουργία του actuator σε σχηματική παράσταση. Παρατηρήστε την περιστρεφόμενη ροδέλα με το μαγνήτη και τις μαγνητικές επαφές του Reed Switch. Πιθανές βλάβες - Αντιμετώπιση προβλημάτων Σε περίπτωση απουσίας του παλμού επιστροφής, έχουμε στιγμιαία εφαρμογή της τάσης των 36V και όχι συνεχόμενη, με τη συνοδεία ένδειξης λάθους (error) στην οθόνη του positioner. Αυτό προκαλεί βηματική κίνηση κατά μονάδα και όχι συνεχόμενη. Απώλεια του παλμού μπορεί να προκληθεί από τη μη σωστή λειτουργία της μαγνητικής επαφής στο μοτέρ ή από τη μη σωστή ένωση των καλωδίων που αντιστοιχούν στην ένδειξη sensor. Η μαγνητική επαφή (Reed Sensor) συνήθως καίγεται, εάν κατά λάθος εφαρμόσουμε στα άκρα της την τάση που προορίζεται για την κίνηση του μοτέρ (εάν δηλαδή τα 36V εφαρμοστούν στις επαφές sensor και όχι motor). Ένας απλός τρόπος για να ελέγξετε αν δουλεύει σωστά, είναι να τοποθετήσετε δίπλα της ένα μαγνήτη, ενώ ταυτόχρονα να μετρήσετε ωμικά τα άκρα της με ένα πολύμετρο. Εάν κατά την τοποθέτηση του μαγνήτη μετράτε βραχυκύκλωμα, τότε η επαφή εργάζεται σωστά. Εάν όχι, την αντικαθιστάτε.  O τετραγωνικός παλμός που δημιουργεί ο μηχανισμός του actuator. Το πλάτος του παλμού εξαρτάται από την DC τάση που εφαρμόζεται στα άκρα του actuator και η συχνότητα από το πόσο συχνά διέρχονται οι μαγνήτες μπροστά από το Reed Switch. Ένα V-box positioner. Μια άλλη περίπτωση ακινητοποίησης χωρίς να έχει πρόβλημα η επαφή, μπορεί να συναντήσετε σε νέα εγκατάσταση, εάν το μοτέρ βρίσκεται στη γραμμικά ελάχιστη θέση (εντελώς κλειστό) και δεν εκτονώνεται, ενώ δίνετε εντολή για κίνηση. Αυτό οφείλεται στο ότι ναι μεν εφαρμόζεται τάση 36V προς το μοτέρ, αλλά πριν εφαρμοστεί στα άκρα του, διακόπτεται από το αντίθετο μηχανικό όριο του ενός εκ των δύο διακοπτών. Εδώ η λύση είναι απλή, αρκεί να αντιστρέψουμε τα καλώδια στα άκρα του positioner με την ένδειξη motor, έτσι ώστε να μην επηρεάζει την κίνησή μας ο λάθος (αντίθετος) μηχανικός διακόπτης, αλλά ο σωστός κατά το τέλος της εκτόνωσης. Επίσης, μπορεί κάποια στιγμή να ανακαλύψετε το εξής παράδοξο, κυρίως μετά την πρώτη εγκατάσταση. Να δίνετε εντολή για κίνηση προς τα ανατολικά, μέσω του μενού κίνησης του δέκτη, ενώ το κάτοπτρο να κινείται προς τα δυτικά. Αυτό σημαίνει ότι έχετε τοποθετήσει ανάποδα τα καλώδια της τάσης του μοτέρ. Απλά, τα αντιστρέφετε (στη θέση μότο), οπότε πλέον η κίνηση θα συμβαδίζει και στην κυριολεξία με την εντολή που δίνετε με το τηλεχειριστήριό σας. Απο τον Παναγιώτη Ψυχογιό digitaltvinfo.gr
  3. Dsat1

    Κινήστε το πιάτο σας με μοτερ USALS - Diseqc

    Το σύστημα USALS (και όχι πρωτόκολλο USALS) είναι μία επιπλέον εφαρμογή, η οποία εκμεταλλευόμενη το στίγμα της περιοχής του χρήστη (γεωγραφικό μήκος και πλάτος), καταφέρνει να υπολογίζει τις θέσεις των δορυφόρων επάνω στο τόξο. Κάθε φορά λοιπόν που ο τηλεθεατής ζητά ένα κανάλι από κάποιο δορυφόρο, ο δέκτης «στέλνει» άμεσα το κάτοπτρο στο κατάλληλο σημείο που βρίσκεται ο δορυφόρος αυτός, με τη μέθοδο USALS. Στη μνήμη του δέκτη δεν υπάρχει καμία πληροφορία για τις θέσεις των δορυφόρων (συγκεκριμένα βήματα δεξιά ή αριστερά του μηδενός). Η εφαρμογή αναπτύχθηκε από την ιταλική εταιρεία STAB, με τη συνεργασία της Eutelsat. Οι κατασκευαστές που αγοράζουν τα δικαιώματα του νέου αυτού συστήματος, ενσωματώνουν την εφαρμογή στο κυρίως firmware, στο οποίο εμφανίζεται με το χαρακτηρισμό USALS ή DiSEqC 1.3 (ο δεύτερος χαρακτηρισμός ήταν λάθος και για το λόγο αυτό δεν επικράτησε τελικά). USALS … η εξέλιξη του DiSEqC1.2 To πρωτόκολλο DiSEqC 1.2 διαθέτει ένα set εντολών, το οποίο είναι ικανό να κινήσει το moter αριστερά ή δεξιά (ανατολικά ή δυτικά), να το στείλει στην αρχή (θέση μηδέν – go to 0), να αποθηκεύσει μία θέση ενός δορυφόρου και να καθαρίσει όλες τις θέσεις αν χρειαστεί. Αν κάνουμε ακόμα ένα βήμα μπροστά και επιλέξουμε το moter της STAB σε συνδυασμό με ένα δέκτη που να το υποστηρίζει, τότε έχουμε το πλεονέκτημα της κίνησης USALS. Ποιο είναι το πλεονέκτημα αυτο ? Η απάντηση είναι προφανής. Δεν ειμαστε υποχρεωμενοι να αναζητησουμε κανενα δορυφορο μονοι μας παρα μονο να δηλωσουμε το γεωγραφικό μήκος και πλάτος στο software του δέκτη. Ο δέκτης από τη στιγμή αυτή και μετά γνωρίζει» πού βρίσκεται ο κάθε δορυφόρος επάνω στο τόξο. Στην περίπτωση δε, που μπορούμε να ανεβάσουμε» στο δέκτη έτοιμα settings από το internet, τότε η προετοιμασία της εγκατάστασης τελειώνει εύκολα και το σύστημα είναι έτοιμο για λήψη μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Σε κάθε μελλοντική αλλαγή firmware στον υπάρχοντα δέκτη αλλά και πιθανή αλλαγή ολόκληρου του δέκτη και αντικατάστασή του με ένα άλλο μοντέλο το οποίο να υποστηρίζει το σύστημα USALS, δεν υπάρχει ο «πονοκέφαλος» της εγκατάστασης εκ του μηδενός όλων των δορυφόρων, αλλά με μια απλήρύθμιση του στίγματος είμαστε και πάλι έτοιμοι για λήψεις. To μοτέρ της STAB είναι το μοναδικό μέχρι στιγμής που υποστηρίζει σωστά το USALS και για αυτό δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με κανένα άλλο μοτέρ που μπορεί να προσπαθεί να «μιμηθεί» (μάλλον όχι και τόσο επίσημα) τη λειτουργία αυτή. Η διαφορά με τα άλλα μοτέρ της αγοράς βρίσκεται στη μικρότερη ταχύτητα και συνεπώς στην «αναλυτικότερη» κίνηση του μοτέρ. Ενώ όλα τα DiSEqC 1.2 μοτέρ της αγοράς κινούνται με 2,5 μοίρες ανά δευτερόλεπτο, το μοτέρ της STAB κινείται με 0.9 με 1,2 μοίρες ανά δευτερόλεπτο. Εγκατάσταση και ρύθμιση του κατόπτρου Η εγκατάσταση ενός STAB μοτέρ γίνεται ακριβώς όπως ενός οποιουδήποτε άλλου DiSEqC 1.2 μοτέρ. Αρχικά, δείχνουμε προσοχή ώστε το «κάθετο» της βάσης εδάφους να είναι εγγυημένο. Μπορεί να χρειαστεί να αφιερώσουμε αρκετό χρόνο να το επιτύχουμε αυτό, αλλά πραγματικά είναι ίσως το σπουδαιότερο πράγμα στην εγκατάσταση ενός κινητού κατόπτρου. Η βάση εδάφους πρέπει να έχει διάμετρο κεντρικού σωλήνα 1-1,5 ίντσες αν πρόκειται για το μοντέλο HH90 (μοτέρ κίνησης κατόπτρου έως 90εκ.) και 2 ίντσες αν πρόκειται για τα μοντέλα ΗΗ100 και ΗΗ120 (για κίνηση κατόπτρων 100 και 120 εκ.αντίστοιχα). Τοποθετούμε το μοτέρ επάνω στη βάση εδάφους κατά τρόπο που αναφέρει το manual (προσοχή το νέο μοντέλο HH90 τοποθετείται ανάποδα σε σχέση με τα ήδη υπάρχοντα ΗΗ100 και HH120,δηλαδή με τη βάση στήριξης του κατόπτρου προς τα κάτω). Τοποθετούμε επάνω στο μοτέρ το κάτοπτρο έτσι ώστε να υπάρχει μία νοητή ευθεία βάση εδάφους – μοτέρ – LNB όπως το βλέπουμε από πίσω. Η ρύθμιση του συστήματος είναι σχετικά απλή διαδικασία, αν ακολουθήσουμε πιστά τις οδηγίες του κατασκευαστή. Αρχικά εφαρμόζουμε απευθείας το γεωγραφικό πλάτος της περιοχής μαςσαν ανύψωση του μοτέρ. Για παράδειγμα, η Αλεξανδρούπολη που είναι από τις πιο βόρειες περιοχές της Ελλάδας, έχει γεωγραφικό πλάτος 40.852 βόρεια. Δεν υπάρχει τόσο μεγάλη ανάλυση στηνκλίμακα του μοτέρ, για αυτό και εφαρμόζουμε την τιμή 41. Στη συνέχεια μένει να ρυθμίσουμε την ανύψωση του κατόπτρου και την οριζόντια γωνία (το λεγόμενο μεταξύ τεχνικών «νότο»). Αν είμαστε τυχεροί και το κάτοπτρο που διαθέτουμε είναι ανάμεσα στα EMME ESSE, GIBERTINI, NOKIA, NORMAD OTEX, SEDEA, SINUTA, TELESYSTEM ή και TRIAX, τότε πολύ απλά πηγαίνουμε στο site της εταιρείας που αφορά στα moter STAB, στη διεύθυνση www.usals.info και στην περιοχή «installation» δίνουμε τα στοιχεία του δέκτη μας, του κατόπτρου μας, της πόλης στην οποία ζούμε και της χώρας μας, ώστε να έχουμε σε λίγες ώρες απάντηση για τα γεωγραφικά στοιχεία που θα δηλώσουμε στο firmware του δέκτη (στην περιοχή USALS) καθώς και τη γωνία ανύψωσης που θα εφαρμόσουμε στο κάτοπτρο. Αυτά τα βοηθητικά στοιχεία τα προσφέρει η STAB δωρεάν, σε όποιον αποφασίσει να τοποθετήσει ένα δικό της μοτέρ κίνησης. Από τη στιγμή που εφαρμόσουμε τη γωνία ανύψωσης στο κάτοπτρο και τα γεωγραφικά στοιχεία στο δέκτη, είναι πολύ εύκολο να βρούμε την οριζόντια γωνία ώστε να κινείται το σύστημα επάνω στο γεωστατικό τόξο. Ζητάμε από το δέκτη να «στείλει» το κάτοπτρο σε ένα δορυφόρο λίγο μακριά από το νότο μας (π.χ. Hellas Sat) και στρέφουμε όλο το σύστημα από τη βάση του μοτέρ οριζόντια, μέχρι να πάρουμε μέγιστο σήμα από το δορυφόρο της επιλογής μας. Σφίγγουμε καλά τη βάση του μοτέρ και ελέγχουμε για άλλη μία φορά όλες τις γωνίες να είναι σφιγμένες. Ουσιαστικά, εδώ τελειώνει η εγκατάσταση και η ρύθμιση του συστήματος λήψης. Σε περίπτωση που δεν έχουμε στη διάθεσή μας κάτοπτρο ενός εκ των εταιρειών παραπάνω (τα οποία έχει πιστοποιήσει και δοκιμάσει η STAB), τότε πρέπει να βρούμε μόνοι μας τη γωνία ανύψωσης που πρέπει να δώσουμε στο κάτοπτρο. Ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να ελέγξουμε αρχικάαν επάνω στο «νότο» μας έχουμε δορυφόρο. Αν επάνω στο γεωγραφικό μας μήκος έχει δορυφόρο, τότε έχοντας το μοτέρ στη θέση μηδέν, απλά κινούμε την κάθετη γωνία (στη βάση του κατόπτρου) και την οριζόντια γωνία (στη βάση του μοτέρ), κατά τέτοιο τρόπο ώστε να λάβουμε το βέλτιστο σήμα από το δορυφόρο αυτό. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει δορυφόρος επάνω ακριβώς στο γεωγραφικό μήκος,τότε στέλνουμε το μοτέρ σε ένα δορυφόρο ακραίο (αλλά λίγο δυνατό, για παράδειγμα το δικό μας Hellas Sat) και σαρώνουμε με την οριζόντια γωνία, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα και την κάθετη ανύψωση του κατόπτρου μέχρι να λάβουμε σήμα από το δορυφόρο αυτό. Στην περίπτωση που εντοπίσουμε το δορυφόρο, τότε κάνουμε τις μικρομετρικές ρυθμίσεις και στις δύο γωνίες και στη συνέχεια σφίγγουμε αρκετά όλες τις βίδες, ώστε να μην έχουμε μεταβολές τους σε περιπτώσεις κακοκαιρίας. Ρύθμιση του δέκτη για το σύστημα USALS To firmware του δέκτη για την κίνηση μέσω συστήματος USALS είναι πάντα στον τομέα της «εγκατάστασης» και «ρύθμισης του κατόπτρου». Συνήθως είναι σε ξεχωριστά submenus, αλλά πιθανό να είναι μέσα στο menu κίνησης DiSEqC 1.2 ως ξεχωριστή επιλογή που θα ξεκλειδώνει τα πεδία Longitude και Latitude. Εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε ως ρύθμιση τουδέκτη είναι να εισάγουμε τις τιμές αυτές στα ανάλογα πεδία. Έστω λοιπόν ότι βρισκόμαστε στο δημαρχείο της Αλεξανδρούπολης και θέλουμε να εγκαταστήσουμε εκεί ένα κινητό σύστημα USALS. Για αυτούς που διαθέτουν GPS τα πράγματα είναι πολύ απλά, καθώς είναι πολύ εύκολο να πάρουν ένα στίγμα από την ταράτσα του κτηρίου και να εισάγουν απευθείας τις τιμές στο δέκτη. Αν όμως δεν υπάρχει διαθέσιμο GPS, θα πρέπεινα βρούμε το στίγμα μας από το internet. Στη διεύθυνση www.maporama.com εισάγουμε τη χώρα, τον ταχυδρομικό κώδικα και την πόλη διαμονής μας και στη συνέχεια μέσω του χάρτη εντοπίζουμε το σημείο που βρισκόμαστε (στην περίπτωσή μας το δημαρχείο) και κάτω αριστερά εμφανίζονται οι δύο τιμές που χρειαζόμαστε. Παίρνουμε τις δεκαδικές τιμές (και όχι τις τιμές με μοίρες, πρώτα και δεύτερα) και τις εισάγουμε στα ανάλογα πεδία του δέκτη. Από τη στιγμή αυτή και μετά, ο δέκτης ουσιαστικά «γνωρίζει» πού θα στείλει το μοτέρ αν του ζητηθεί κάποιος δορυφόρος. Αν πρωτίστως έχουμε κάνει σωστά τη ρύθμιση του κατόπτρου-μοτέρ, τότε μπορούμε να ξεκινήσουμε τις λήψεις και απομνημονεύσεις των προγραμμάτων σε κάθε δορυφόρο. Αν δούμε ότι υπάρχουν μικρές αποκλίσεις από το κέντρο των δορυφόρων και είναι όλες προς μία φορά (δεξιά ή αριστερά από το κέντρο), τότε καλό είναι να διορθώσουμε ανάλογα το στίγμα που δώσαμε πριν στο menu USALS. Αν για παράδειγμα, το κάτοπτρο πηγαίνει προς το Hellas Sat στις 39 μοίρες ανατολικά και σταματά 0.2 μοίρες ανατολικότερα (επίσης το ίδιο γίνεται σε όλους τους δορυφόρους) τότε δηλώνουμε στο longitude 0.2 μοίρες δυτικότερη τιμή και έτσι διορθώνουμε κάπως την κατάσταση. Βέβαια, ρόλο παίζει και το Latitude, αλλά αυτό δεν μπορούμε να το πειράξουμε με θετικά αποτελέσματα. Το βέλτιστο είναι να λάβουμε το στίγμα από συσκευή GPS. Το μεγάλο πλεονέκτημα του συστήματος USALS είναι ότι από τη στιγμή που ο τεχνικός ρυθμίσει το τόξο, δεν υπάρχει η ανάγκη να επέμβει ξανά στο σύστημα, αφού όλες οι άλλες λειτουργίες μπορούν να πραγματοποιηθούν από το χρήστη. Αρκεί βέβαια ο τεχνικός να ενημερώσει το χρήστη για το στίγμα της οικίας του. Κερδίζουμε λοιπόν το χρόνο της χειροκίνητης αναζήτησης των δορυφόρων. Εγώ προσωπικά, σε σύστημα DiSEqC 1.2 κάνω την ανεύρεση όλων των δορυφόρων που ζητά ο χρήστης και απομνημονεύω μία συχνότητα από τον καθένα, για να μείνει στη μνήμη του δέκτη ο κάθε δορυφόρος και να μη χάσω συνολικά πολύ χρόνο. Στη συνέχεια, ο χρήστης μετακινείται στον κάθε δορυφόρο και κάνει ολική αναζήτηση, η οποία διαρκεί αρκετά. Στο σύστημα USALS δεν υπάρχει η ανάγκη να γίνει σάρωση για αναζήτηση των δορυφόρων, αφού ο δέκτης όπως είπαμε παραπάνω αναλαμβάνει τη δουλειά αυτή. Ο χρήστης, το μόνο που κάνει μόνος του είναι να επιλέγει ένα δορυφόρο από τα menu και να ζητά ολική αναζήτηση καναλιών. Επίσης, στην περίπτωση που χαλάσει ο δέκτης (ή crash-άρει το firmware) και χαθούν τα data των καναλιών, η διαδικασία είναι πολύ πιο απλή από εκείνη σε DiSEqC 1.2. doriforikanea.gr
  4. Dsat1

    Μαθηματικά και κάτοπτρα

    Ανακλαστική Ιδιότητα Παραβολής Μια σπουδαία ιδιότητα της παραβολής, γνωστή ως ανακλαστική ιδιότητα είναι η εξής: Η κάθετη στην εφαπτομένη μιας παραβολής στο σημείο επαφής M1 διχοτομεί τη γωνία που σχηματίζουν η ημιευθεία M1E και η ημιευθεία M1t , που είναι ομόρροπη της ΟΕ, όπου Ε είναι η εστία της παραβολής. Η χρήση της παραπάνω ιδιότητας γίνεται στα παραβολικά τηλεσκόπια, στα ραντάρ, στα φανάρια των αυτοκινήτων, στους προβολείς των οδοντιάτρων κτλ. Συγκεκριμένα: Όλες οι ακτίνες φωτός που προσπίπτουν στο παραβολικό κάτοπτρο παράλληλα προς τον άξονά του, ανακλώμενες, συγκεντρώνονται στην εστία. Στα φανάρια των αυτοκινήτων που έχουν παραβολικά κάτοπτρα οι λαμπτήρες βρίσκονται στην εστία τους. Έτσι, οι φωτεινές ακτίνες, ανακλώμενες στο κάτοπτρο, εξέρχονται παράλληλα προς τον άξονά του. Βιβλιογραφία και εικόνες: Μαθηματικά Θετικής και Τεχνολογικής Κατεύθυνσης Β'Λυκείου, ΟΕΔΒ, 1998.
  5. Για όσους θέλετε να απολαμβάνετε τις αγαπημένες σας εκπομπές στην τηλεόραση χωρίς διακοπές και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σας, η Electromarina Service, προτείνει τη σειρά δορυφορικών κεραιών KNS Super track, που περιλαμβάνει τα νέα μοντέλα σε πολύ χαμηλή τιμή. Οι κεραίες K4 (40cm), K5 (50cm), K7 (60cm) διαθέτουν σύστημα 3 αξόνων, έτσι ώστε ο πλευρικός κυματισμός να μη σταματά τη ροή του σήματος. Επίσης προσφέρουν μεταξύ άλλων, γυροσκοπική πυξίδα, GPS, αuto skew, 4 μοτέρ κίνησης, tracking speed, αθόρυβη λειτουργία και 2 χρόνια εγγύηση. Electromarina Service
  6. Dsat1

    Γνωριμία με το δορυφορικά κάτοπτρα

    Θα το συναντήσουμε με πολλές και διάφορες ονομασίες... Δορυφορικό πιάτο (κάποιους), Κάτοπτρο (Η πραγματική του ονομασία, και για όποιον ξέρει καλά!!), Κεραία ή και…ταψί (θα το μπερδεύει με τα γεμιστά)! Όπως και να έχει όμως αποτελεί το σημαντικότερο κρίκο της αλυσίδας της δορυφορικής λήψης και είναι πολύ σημαντικό να προσεχθεί, καθώς είναι αποδεδειγμένα, το κομμάτι που αλλάζεται δυσκολότερα από όλα! Αυτό μάλιστα είναι που καθορίζει το εύρος των δορυφόρων λήψης που μπορούμε να κατεβάσουμε, σύμφωνα με τη διάμετρό του, αλλά και το είδος του. Όπως και το ονομάζουμε πάντως, αυτό που τελικά έχει σημασία είναι να το γνωρίζουμε καλά... Πώς λειτουργούν τα δορυφορικά κάτοπτρα Ο πιο σωστός όρος για την ονομασία των πιάτων είναι η λέξη κάτοπτρο, καθώς το δορυφορικό πιάτο λειτουργεί με βάση τις αρχές των κοίλων κατόπτρων που μαθαίνουμε στη Φυσική. Ο βασικός ρόλος του είναι η συλλογή του πολύ ασθενούς δορυφορικού σήματος, που φτάνει στην εγκατάστασή μας από τους γεωστατικούς δορυφόρους και η συγκέντρωσή του σε ένα συγκεκριμένο σημείο, στη λεγόμενη εστία του κατόπτρου (σκεφτείτε ότι οι δορυφόροι απέχουν κάπου 39 χιλιάδες χιλιόμετρα από την Ελλάδα). Ένα δορυφορικό κάτοπτρο είναι πράγματι τμήμα παραβολής και η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Όπως γνωρίζουμε από τη θεωρία των συγκλινόντων κατόπτρων, οποιαδήποτε ακτίνα που έχει κατεύθυνση παράλληλη προς τον κύριο άξονα της παραβολής, προσπέσει σε αυτή, τότε ανακλάται προς ένα και μοναδικό σημείο, που δεν είναι άλλο από την εστία της. Η εστία είναι ένα σημείο έξω από την παραβολή (δηλαδή το κάτοπτρο), στην οποία τοποθετείται η χοάνη συλλογής (feedhorn), που έχει σαν σκοπό να προωθήσει το σήμα που συλλέχτηκε στο LNB και από εκεί, με το ομοαξονικό καλώδιο στο δορυφορικό μας δέκτη. Η χοάνη συλλογής στα σημερινά LNB των μικρών πιάτων είναι ενσωματωμένη σε αυτά (πρόκειται για το στρογγυλό τμήμα του LNB, που βλέπει προς το πιάτο). Όσο μεγαλύτερη είναι η ανακλαστική επιφάνεια του κατόπτρου και όσο ποιοτικότερη είναι η κατασκευή του, τόσο περισσότερο «σήμα» θα φτάσει στην εστία του. Το χαρακτηριστικό του κατόπτρου που προσδιορίζει αυτήν την ικανότητά του, ονομάζεται απολαβή (κέρδος) και μετριέται σε dΒ, σε συγκεκριμένες συχνότητες (η απολαβή μειώνεται στις χαμηλότερες συχνότητες). Αυτό που έχει όμως σημασία για μας, είναι το εισερχόμενο σήμα να υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο κατώφλι, που ονομάζεται «λόγος σήματος προς θόρυβο» (C/N Carrier to Noise Ratio). Όσο το εισερχόμενο σήμα παραμένει πάνω από αυτό το κατώφλι, η λήψη μας είναι απρόσκοπτη και συνεχής, ενώ ακόμη και αν προβούμε σε περαιτέρω αύξηση του σήματος (π.χ. με ένα μεγαλύτερο πιάτο), στην περίπτωσή αυτή δεν θα έχουμε καλύτερη λήψη. Εκτός του δορυφορικού κατόπτρου, μεγάλη σημασία στην πετυχημένη λήψη έχει φυσικά και το LNB, καθώς και η σωστή συνολική εγκατάσταση από τον τεχνικό (ώστε να κεντράρει απόλυτα, να λαμβάνει σωστά τις πολώσεις και να σημαδεύει τέλεια το ζητούμενο δορυφόρο). Αν η δέσμη του δορυφόρου που επιθυμούμε να κατεβάσουμε είναι ισχυρή, τότε τα πράγματα είναι αρκετά απλά και ένα μικρό πιατάκι των 60-100 εκατοστών επαρκεί για τέλεια λήψη, όλες τις ώρες της ημέρας (και μόνο κατά τη διάρκεια εντονότατης νεροποντής μπορεί να έχουμε κάποια προβλήματα). Αν όμως η δέσμη που θέλουμε να κατεβάσουμε είναι δύσκολη στην περιοχή μας, τότε η μόνη μας δυνατότητα για να εξασφαλίσουμε ικανοποιητικό σήμα (σε βαθμό που αυτό να ξεπερνά το λόγο σήματος προς θόρυβο) είναι η αύξηση των διαστάσεων του πιάτου και ιδιαίτερα της απολαβής του. Γνωρίζουμε, από την εμπειρία μας από την αναλογική TV, ότι στην περίπτωση όπου το σήμα είναι ασθενές, θα δούμε εικόνα, αλλά με πολλά ή λίγα χιονάκια. Στην ψηφιακή λήψη όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εφόσον βλέπουμε εικόνα, οποιαδήποτε αύξηση και αν κάνουμε στο σήμα που λαμβάνουμε, η εικόνα δεν θα βελτιωθεί καθόλου. Αντίθετα, αν το σήμα είναι ανεπαρκές, δεν θα “δούμε” καθόλου εικόνα. Ειδική περίπτωση αποτελεί ένα οριακό σημείο της έντασης σήματος (στο σημείο που πιάνουμε και δεν πιάνουμε δηλαδή), όπου η λήψη είναι διακοπτόμενη, με τσακίσματα σε ήχο και εικόνα. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε λέμε ότι η λήψη της συγκεκριμένης δέσμης του δορυφόρου είναι οριακή. Σε δέσμες οριακής λήψης μπορεί να έχουμε τέλεια και συνεχή λήψη κάποιες ώρες της ημέρας, διακοπτόμενη λήψη με τσακίσματα σε άλλες ώρες και καθόλου λήψη κάποιες άλλες, γεγονός που οφείλεται βέβαια στο αυξομειούμενο σήμα που έρχεται από το δορυφόρο, για πολλούς και διάφορους λόγους. Αν λοιπόν επιθυμούμε πλήρη 24ωρη λήψη ενός πομπού με τέτοια συμπεριφορά, θα πρέπει να υπολογίσουμε την απαιτούμενη απολαβή του κατόπτρου, τη χειρότερη ώρα της ημέρας (και ίσως και τη χειρότερη εποχή του χρόνου, που είναι συνήθως το καλοκαίρι), ώστε το κάτοπτρο που θα πάρουμε να εξασφαλίζει ικανοποιητικό σήμα, ακόμη κι όταν αυτό είναι πιο ασθενικό. Είδη κατόπτρων Πολλά είναι τα είδη δορυφορικών κατόπτρων που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς, στην πράξη όμως σήμερα κατά 95% χρησιμοποιούνται μικρά πιάτα τύπου offset. Εμείς βέβαια οφείλουμε να σας τα παρουσιάσουμε όλα… Παραβολικά κάτοπτρα (ή κάτοπτρα κεντρικής εστίασης ή prime focus). Πρόκειται για τον παλαιότερο τύπο δορυφορικού κατόπτρου, που είναι και ο ευκολότερος στην κατανόηση της λειτουργίας του. Αποτελεί ένα απολύτως κυκλικό τμήμα παραβολής, το οποίο εστιάζει σε ένα σημείο ακριβώς στο κέντρο του, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ύψος από την επιφάνειά του (ρηχά ή βαθιά πιάτα, με υπέρ και κατά…). Στις αρχές της δορυφορικής λήψης, τα κάτοπτρα αυτά ήταν τα μοναδικά που κυκλοφορούσαν, έχοντας ελάχιστη διάμετρο 1.2m και μέγιστη… μερικές δεκάδες μέτρα! Η κατασκευή τους ήταν σχετικά εύκολη με ειδικά καλούπια, αλλά η απόδοσή τους ήταν αρκετά μικρή. Ένας επιπλέον λόγος της μικρής τους απόδοσης, είναι και το γεγονός ότι το σύνολο χοάνης-LNB παρεμβάλλεται στην πορεία των σημάτων που έρχονται από το δορυφόρο και προκαλεί μία «σκίαση», που μειώνει την πραγματική ανακλαστική επιφάνεια. Σήμερα, παράγονται ουσιαστικά μόνο σε διαστάσεις μεγαλύτερες από 2,2m. Μάλιστα, στις διαστάσεις αυτές είναι οικονομικότερα από άλλους Feedhorn για κάτοπτρο Prime Focus.τύπους κατόπτρων (είναι σχεδόν πάντα αλουμινίου). Η απολαβή τους είναι φυσικά συνάρτηση της ποιότητας κατασκευής. Είναι φυσικό η απολαβή να μειώνεται, αν το πιάτο διατίθεται σε “φέτες” που απαιτούν συναρμολόγηση ή αν τυχόν εμφανίζει στρεβλώσεις. Σήμερα, τα παραβολικά κάτοπτρα αφορούν πολύ μικρό μέρος της αγοράς, αλλά απευθύνονται σε ακριβές high end εγκαταστάσεις, για δύσκολες λήψεις. Επίσης, είναι προτιμότερα και για τη λήψη της μπάντας C. Κάτοπτρα τύπου offset Αυτά είναι σήμερα τα δορυφορικά κάτοπτρα που χρησιμοποιούνται στο 95% των εγκαταστάσεων, με διαστάσεις που ξεκινούν από 50 εκατοστά και καταλήγουν σε 3 μέτρα. Κάτοπτρο τύπου offset με παράκεντρα LNB.Και τα κάτοπτρα αυτά είναι φέτα παραβολής, δεν είναι όμως ολοστρόγγυλη, αλλά έχει αυγοειδές σχήμα (ενίοτε και με ευθειασμένα άκρα). Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κατόπτρων αυτών είναι ότι η εστία τους δεν βρίσκεται στο κέντρο, αλλά σε ένα σημείο που αντιστοιχεί στο κάτω μέρος του κατόπτρου, με αποτέλεσμα το LNB να μη σκιάζει το πιάτο, επιτυγχάνοντας έτσι μεγαλύτερη απόδοση. Το υλικό κατασκευής τους μπορεί να είναι αλουμίνιο, πολυεστέρας (fiberglass) ή κάποιο κράμα σιδήρου (π.χ. γαλβανισμένο ατσάλι) και η διάστασή τους πρέπει να αποδίδεται από την οριζόντια μέτρηση, που είναι η μικρότερη. Η απολαβή τους επί ίσων διαστάσεων είναι μεγαλύτερη των παραβολικών και το κόστος για διαστάσεις μέχρι 1,2m είναι πολύ συγκρατημένο, καθώς παράγονται μαζικά. Μόνο στις μεγάλες διαστάσεις το κόστος αυξάνει- και στις πολύ μεγάλες είναι αρκετά υψηλότερο από τα αντίστοιχα κάτοπτρα κεντρικής εστίασης. Επίπεδα κάτοπτρα Τα επίπεδα κάτοπτρα αποτελούν μία σημαντική αισθητική αναβάθμιση και κάνουν πολλές πωλήσεις στη δυτικοευρωπαϊκή αγορά, στη χώρα μας όμως είναι σχεδόν άγνωστα, παρόλο που διαθέτουμε μία πολύ αξιόλογη βιομηχανία παραγωγής τους, την Attisat. Ο λόγος της μικρής διάδοσής τους στη χώρα μας είναι αφενός ότι δεν Δεν πρόκειται για ραδιοτηλεσκόπιο, αλλά… για ένα τεράστιο Cassegrain.διατίθενται σε μεγάλες διαστάσεις, παρόλο που έχουν αρκετά μεγαλύτερη απολαβή από τα αντίστοιχου μεγέθους κάτοπτρα offset και αφετέρου το σχετικά αυξημένο κόστος τους (όταν γενικώς οι οικοδομές μας είναι… κιτς, στην αισθητική του πιάτου θα κολλήσουμε. Στα κάτοπτρα αυτά δεν υπάρχει εξωτερικό LNB, αφού η όλη λειτουργία του είναι ενσωματωμένη στα ηλεκτρονικά του κατόπτρου. Κάτοπτρα διπλής ανάκλασης Τα κάτοπτρα αυτά είναι γνωστά από το παρελθόν και το κυριότερο χαρακτηριστικό τους είναι ένας δεύτερος ανακλαστήρας, που επιτρέπει την καλύτερη συγκέντρωση του σήματος, με αποτέλεσμα να έχουν τη μεγαλύτερη απολαβή επί ίσων διαστάσεων. Η αρχή της διπλής ανάκλασης μπορεί να εφαρμοστεί και στα κεντρικής εστίασης, αλλά και στα offset κάτοπτρα και μία δεύτερη ονομασία τους είναι κάτοπτρα τύπου Cassegrain. Το κυριότερο μειονέκτημά τους είναι βέβαια το υψηλό κόστος τους. Παράλληλα, στα κεντρικής εστίασης κάτοπτρα υπάρχει και το τεχνικό πρόβλημα ότι το LNB θα πρέπει να κοιτάζει προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω, κάτι που δημιουργεί προβλήματα στεγανότητας και απαιτεί ειδικό κάλυμμα χοάνης. Τα Cassegrain χρησιμοποιούνται συχνά και για εκπομπές σήματος προς τους δορυφόρους (Uplink). Πιάτα Torroidal Τα πιάτα αυτά είναι ειδική υποκατηγορία των πιάτων διπλής ανάκλασης και το τελευταίο διάστημα βελτιώνουν σημαντικά την θέση τους στην αγορά, καθώς επιτρέπουν την ταυτόχρονη λήψη πολλών δορυφόρων (θεωρητικά μέχρι 16), με απόσταση μεταξύ τους στο γεωστατικό τόξο μέχρι 40 μοίρες. Το μοναδικό τέτοιο κάτοπτρο που κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά παρουσιάζει διάμετρο στα 90cm (υπάρχει και μικρότερο μοντέλο, αλλά για την Ελλάδα δεν συνιστάται). H απολαβή του κατόπτρου, τόσο για τις κεντρικές όσο και για τις παράκεντρες λήψεις, είναι στο μεγαλύτερο μέρος του τόξου ίδια και αντίστοιχη με ενός κατόπτρου 90 εκατοστών. Το μειονέκτημά τους είναι και πάλι το κόστος και η σχετική δυσκολία σωστής εγκατάστασης, αλλά για όσους επιθυμούν την ταυτόχρονη λήψη πολλών δορυφόρων, χωρίς την αναμονή στην κίνηση ή το θόρυβο του μοτέρ, αποτελούν πολύ καλή λύση (για δύο ισχυρούς και κοντινούς δορυφόρους, προτιμάται πάντως η φτηνότερη λύση ενός απλού πιάτου κατόπτρου τύπου offset, με ένα κεντρικό και ένα παράκεντρο LNB). Θα πρέπει να πούμε ακόμη ότι για κάθε επιπλέον δορυφόρο απαιτείται η αγορά ενός πρόσθετου LNB, ενώ βέβαια χρειάζεται και η τοποθέτηση διακοπτών DiSEqC για την εναλλαγή των δορυφόρων από το δέκτη. Πώς να επιλέξω; Τι να επιλέξω ; Το βασικότερο κριτήριο για την επιλογή του κατάλληλου κατόπτρου, είναι φυσικά η κάλυψη των πραγματικών αναγκών λήψης. Βέβαια, όσοι είναι ή προορίζονται να γίνουν δορυφορομανείς, δεν καλύπτονται με τίποτε, καθώς, όσο μεγάλο κάτοπτρο και αν επιλέξουν, πάντα θα υπάρχει κάτι που δεν θα μπορούν να πιάσουν! Από εκεί και πέρα βέβαια, υπάρχει και σωρεία περιοριστικών παραγόντων, όπως το κόστος ή η έλλειψη χώρου τοποθέτησης. Αν πάντως οι απαιτήσεις σας είναι λογικές, τότε θα καλυφθούν εύκολα και με μικρό κόστος, ενώ αν πράγματι γίνετε κι εσείς φανατικός δορυφορομανής, μπορείτε σίγουρα να επεκταθείτε και αργότερα. Γιάννης-Φίλιππος Δημητριάδης digitaltvinfo.gr
  7. Βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά ενός δορυφορικού κατόπτρου είναι: η απολαβή του και η απόδοση του, το εύρος δέσμης του και το εστιακό του μήκος. Απολαβή (Gain) δορυφορικού κατόπτρου Η απολαβή του παραβολικού κατόπτρου, είναι μέγεθος που έχει να κάνει με την ικανότητά του να οδηγεί την ενέργεια προς μία διεύθυνση. Τα χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την απολαβή είναι τα εξής: •Η διάμετρος παραβόλου •Το μέγεθος της επικαλυπτόμενης επιφάνειας από την χοάνη και το LΝΒ •Η ακρίβεια κατασκευής - συναρμολόγησης (βίδες, τρύπες, ενώσεις) •Η αδυναμία στην συγκέντρωση (από τυχόν μικρή στρέβλωση) Κάθε ένα από τα παραπάνω μπορεί να αυξήσει αλλά και να μειώσει την απολαβή και, ως αποτέλεσμα, και την ποιότητα λήψης του δορυφορικού σήματος. Ο μαθηματικός τύπος που δίνει την απολαβή (ενίσχυση) μίας ιδανικής, σε απόδοση, παραβολικής κεραίας είναι ο εξής: Ενίσχυση (Gain): G = 10 log (π * διάμετρος / μήκος κύματος)2) (σε dB) Όπως φαίνεται και από τον τύπο η ενίσχυση μίας κεραίας μεγαλώνει με την αύξηση της διαμέτρου της και επίσης μεγαλώνει όσο αυξάνεται η συχνότητα (μήκος κύματος = 300 / συχνότητα σε ΜHz). Η ενίσχυση εκφράζεται σε dB (όπου κάθε 3 dB διαφορά σημαίνει διπλασιασμός ισχύος του σήματος). Απόδοση δορυφορικού κατόπτρου Η απόδοση μίας κεραίας είναι μία μέτρηση του ποσοστού επί της % του σήματος που φτάνει στο σημείο συγκέντρωσης και, κατά συνέπεια, στην είσοδο του LΝΒ. Συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 55-80% για τις απλές κεραίες λήψης στο σπίτι. Δυστυχώς, δεν υπάρχει περίπτωση για αύξηση της απόδοσης των κεραιών, αφού οι έρευνες όσον αφορά την ποιότητα κατασκευής έχουν φτάσει στο ανώτερό τους σημείο. Οι διαφορές πλέον είναι πάρα πολύ μικρές και στην ποιότητα των υλικών που επιλέγουμε (χοάνη λήψης, LΝΒ). Όσον αφορά τις μικροπαραμορφώσεις της παραβολικής επιφάνειας κατά την κατασκευή, αυτές είναι αναγνωρισμένες από τους παραγωγούς των κεραιών. Υπάρχει, μάλιστα, και ένας όρος (RMS deviation) που τις χαρακτηρίζει. Όσο πιο μικρή τιμή έχει αυτός ο όρος, τόσο καλύτερη ποιότητα κατασκευής έχει το κάτοπτρο. Πρακτική (πραγματική) απολαβή δορυφορικού κατόπτρου Ο τύπος της ιδανικής κεραίας λήψης πρέπει να μετατραπεί έτσι ώστε να εμπεριέχει και την απόδοση που δίνει ο κατασκευαστής. Έτσι έχουμε: Απολαβή (Gain): G = 10 Ιog [(3.14 * διάμετρος)2 * απόδοση / (μήκος κύματος)2 * 100] (σε dBi). Γενικά η απόδοση (efficiency) για τα παραβολικά κάτοπτρα έχει τιμή από 60% μέχρι 75 %, δηλαδή περίπου 0,55. Στον παρακάτω πίνακα υπάρχει το επίπεδο ενίσχυσης σε dΒ στη συχνότητα 11 GHz, ανάλογα με τη διάμετρο και την απόδοση που δίνει ο κατασκευαστής. Διάμετρος κατόπτρου (cm) Απόδοση κεραίας (%) 55% 60% 65% 70% 75% 80% 40 30,67 31,05 31,4 31,72 32,02 32,3 60 34,2 34,57 34,92 35,24 35,54 35,82 85 37,22 37,6 37,95 38,27 38,57 38,85 100 38,63 39,01 39,36 39,68 39,98 40,26 120 40,22 40,59 40,94 41,26 41,56 41,84 180 43,74 44,12 44,46 44,78 45,08 45,36 Εύρος δέσμης (Beamwidth) Το ιδανικό δορυφορικό κάτοπτρο πρέπει να έχει ένα όσο το δυνατό στενότερο εύρος δέσμης που να στοχεύει μόνο τον επιλεγμένο δορυφόρο και να είναι «στεγανή άλλα σήματα και θόρυβο. Το εύρος (πλάτος) δέσμης μετριέται σε μοίρες και εκφράζει το γωνιακό άνοιγμα του κατόπτρου. Γενικά, όσο μεγαλύτερη είναι η διάμετρος του κατόπτρου, τόσο μικρότερο είναι το πλάτος δέσμης. Όταν ένα κάτοπτρο έχει μεγάλο πλάτος δέσμης, τότε εκτός από τον δορυφόρο που στοχεύει, υπάρχει κίνδυνος να κατεβάσει σήματα και από δεύτερο δορυφόρο, τα οποία θα λειτουργήσουν ως παράσιτα και θα δημιουργήσουν παρεμβολές στο σήμα του εστιασμένου δορυφόρου. Το πλάτος δέσμης μετριέται στο σημείο που η στάθμη ισχύος είναι η μίση (3dB λιγότερη). Από τον τύπο εύρος δέσμης -3dB = μήκος κύματος * 70° / διάμετρος κατόπτρου καταλήγουμε στον επόμενο πίνακα που δείχνει το εύρος δέσμης σε σχέση με τη διάμετρο ενός παραβολικού κατόπτρου. Διάμετρος κατόπτρου (cm) 40 60 85 100 120 180 200 300 1000 Εύρος δέσμης (μοίρες) 4,37 2,92 2,06 1,75 1,46 0,97 0,87 0,58 0,17 Εστιακό μήκος (Focal Lenght) Ένα μέγεθος που χαρακτηρίζει το κάτοπτρο είναι η τιμή του κλάσματος της απόστασης του σημείου συγκέντρωσης ως προς την διάμετρο της παραβόλου (f/D). Όσο περισσότερα σήματα μπορεί να οδηγήσει ένα δορυφορικό κάτοπτρο στο LΝΒ, τόσο καλύτερο είναι. Για να γίνει βέβαια κάτι τέτοιο, πρέπει το LΝΒ να είναι στο σωστό σημείο. Η απόσταση του LΝΒ από το κάτοπτρο για τη μέγιστη δυνατή εστίαση, και έτσι και τη μέγιστη δυνατή ενίσχυση ορίζεται με αυστηρά μαθηματικά, καθώς εξαρτάται από το βαθμό καμπυλότητας του κατόπτρου. Η απόσταση του LΝΒ από το κέντρο του κατόπτρου ονομάζεται εστιακό μήκος. Το εστιακό μήκος ορίζεται από τον κατασκευαστή και ποικίλει από κάτοπτρο σε κάτοπτρο. Γενικά για να καθορίσουμε την γεωμετρία της κεραίας ορίζουμε τον λόγο εστιακού μήκους προς διάμετρο (f/D). Όταν ο λόγος αυτός έχει μικρή τιμή, τότε μένει ανεκμετάλλευτο ένα μέρος της ανακλαστικής επιφάνειας του κατόπτρου, καθώς το LΝΒ είναι πιο κοντά στο πιάτο, ενώ όταν έχει μεγάλη τιμή, το LΝΒ βρίσκεται μακριά από την πιάτο, με αποτέλεσμα να συλλαμβάνει και μη επιθυμητά, παρασιτικά σήματα. Η τιμή (f/D) είναι αποτέλεσμα της μελέτης της κατασκευής, και είναι συνήθως μεταξύ 0,3 και 0,5 στα παραβολικά κάτοπτρα (στα offset κάτοπτρα μπορεί να φτάσει σε 0,6 ακόμα και σε 0,8). Τα κάτοπτρα ονομάζονται «βαθιά» όταν έχουν f/D < 0,33 και «ρηχά» όταν έχουν f/D > 0,38. Αν ο κατασκευαστής αναφέρει στα χαρτιά του κατόπτρου ότι το f/D είναι 0,45 και το κάτοπτρό έχει διάμετρο 180 cm μπορούμε να υπολογίζουμε την απόσταση του σημείου συγκέντρωσης στα 81 cm. Ακόμα όμως και αν δεν γνωρίζουμε από τον κατασκευαστή αυτή την τιμή, μπορούμε να υπολογίσουμε την απόσταση του focal point από το βάθος του κατόπτρου με τον τύπο: Σημείο Συγκέντρωσης: f = (R²)/4 * βάθος παραβόλου (όπου R η ακτίνα του κατόπτρου) Έτσι π.χ. αν έχουμε ένα κάτοπτρο 120 cm και μετρήσουμε το βάθος της παραβόλου 12,5 cm έχουμε: f = 6Ο2 / 4 * 12,5 = 72 cm. Τα πιο «βαθιά» κάτοπτρα, (δηλαδή με μικρό f/D), έχουν το πλεονέκτημα του λιγότερου θορύβου, αλλά εκμεταλλεύονται μικρότερη επιφάνεια. Αντίθετα, τα κάτοπτρα με μεγάλο f/D εκμεταλλεύονται μεγαλύτερη επιφάνεια, αλλά συλλαμβάνουν περισσότερο παρασιτικό θόρυβο από το περιβάλλον. Μπορούμε να πούμε ότι ένα βαθύ κάτοπτρο «θυσιάζει» gain στο βωμό της μείωσης του θορύβου, σε αντίθεση με ένα «ρηχό», που εκμεταλλεύεται μεγαλύτερη επιφάνεια, επομένως αυξάνει το gain, αυξάνοντας όμως και τον παρασιτικό θόρυβο. Έτσι π.χ. σε χαμηλές γωνίες elevation, που η ανακλαστική επιφάνεια σχεδόν «κοιτάει» έδαφος, αν ο δορυφόρος είναι ισχυρός, και θέλουμε να αποφύγουμε τον θόρυβο προτιμότερο θα ήταν ένα «βαθύ» κάτοπτρο. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις (και ιδιαίτερα σε κινητά κάτοπτρα), ένα «ρηχό» κάτοπτρο είναι το προτιμότερο. satspot.gr
  8. Πολλοί φίλοι αναρωτιούνται της διαφορές (τα + και τα -) ανάμεσα στα multi feed κάτοπτρα και στα κινητά.Ποιο κάτω θα αναφέρω αυτές που μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Multi feed κάτοπτρα τα θετικά. 1 Άμεσο ζάπινγκ στης αλλαγές δορυφόρων χωρείς καθυστερήσεις. 2 Σταθερή κατασκευή χωρείς κινούμενα μέρη και χωρείς να χρειάζεται συντήρηση. 3 Αρκετά ποιο εύκολη εγκατάσταση απ ότι στο κινητό. Τα αρνητικά στα multi feed 1 Για κάθε δορυφόρο που θέλουμε να προσθέσουμε χρειαζόμαστε και έξτρα lnb και πόρτα στο diseqc. 2 Σε κοντινούς δορυφόρους με απόσταση πχ 1 μοιρών, της κατεβάζουμε αναγκαστικά με το ιδιο lnb.Αποτέλεσμα αυτού είναι ένα σχετικά χαμηλότερο σήμα απ ότι το lnb θα κοιτούσε ακριβώς κέντρο. 3 Όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο εστίασης το σήμα μειώνετε (αυτό για να απλα κάτοπτρα που βάζουμε έξτρα βάσεις lnb και τα κανουμε multu feed.Γι αυτά που είναι φτιαγμένα για αυτόν τον λόγο πχ Τ90 η απόδοση είναι σε όλο το τόξο σχεδόν η ίδια. Θετικά του κινητού κατόπτρου. 1 Οτι δορυφόρο υπάρχει στον ορίζοντα και έχουμε οπτική επαφή με αυτόν και η διάμετρος του κατόπτρου είναι η ιδανική, μπορούμε να τον κατεβάσουμε. 2 Δεν χρειαζόμαστε κανένα έξτρα lnb ούτε και πόρτα σε diseqc για να προσθέσουμε έναν δορυφόρο στην λίστα. Αρνητικά στο κινητό κάτοπτρο. 1 Ευπαθείς εγκατάσταση στα καιρικά φαινόμενα πχ αέρα. 2 Σχετικά δύσκολη εγκατάσταση για έναν που θα το κάνει για πρώτη φορά σε σχέση με ένα multu feed κάτοπτρο. 3 Αργό ζάπινγκ (αλλαγη δορυφόρων) λόγο ότι πρέπει να κινηθεί το μοτέρ απ την μια θέση στην άλλη. 4 Με πολύ ησυχία κατά την περιστροφή του μπορεί πχ αν κάτω απ την βάση υπάρχει ένα δωμάτιο να ακούγετε το μοτέρ. Αυτά μου ήρθαν τώρα στο μυαλό.
  9. Όσοι από εμάς ανέβηκαν για πρώτη φορά στην ταράτσα για να εγκαταστήσουν το πρώτο τους κάτοπτρο, σίγουρα... τα χρειάστηκαν. Τηλέφωνα σε φίλους, ερωτήσεις σε περιοδικά – forum και μερικές φορές απογοήτευση, που συνοδεύονταν από την επίσκεψη τεχνικού. Στην προσπάθειά μας να σας διευκολύνουμε, σας παρουσιάζουμε 10 συμβουλές, ώστε να πραγματοποιήσετε σωστά τη στόχευση ενός δορυφόρου. Με τη βοήθεια αυτού του άρθρου φιλοδοξούμε να βοηθήσουμε κάποιον αρχάριο να κάνει τα πρώτα του βήματα στο χώρο της δορυφορικής λήψης σε επίπεδο εγκατάστασης. Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να αντικαταστήσουμε την εργασία ενός εξειδικευμένου εγκαταστάτη, o ο οποίος εκτός από τεχνογνωσία και εμπειρία, διαθέτει και τα κατάλληλα όργανα. Απλά, θέλουμε να βοηθήσουμε αυτόν που θέλει να κάνει το χόμπι του, άσχετα με το χρόνο που θα σπαταλήσει για την επίτευξη αυτού. 1. Συλλέξτε απαραίτητες πληροφορίες Πίσω από μια απλή εγκατάσταση κάτοπτρου που στοχεύει ένα δορυφόρο, κρύβονται η θεωρία της σφαιρικής τριγωνομετρίας, καθώς και αρκετοί μαθηματικοί υπολογισμοί. Εσείς, φυσικά, δεν χρειάζεται να γίνετε μαθηματικοί για να πραγματοποιήσετε μια εγκατάσταση. Αφού διαλέξετε το δορυφόρο που θέλετε να στοχεύσετε (για πρώτη φορά προτείνουμε Ηot Βird, καθώς είναι ο πιο εμπορικός και από τους ευκολότερους σε λήψη), βρείτε την ανύψωση του κατόπτρου, την ένδειξη πυξίδας και τη στροφή του LNB, ανάλογα με τη γεωγραφική σας περιοχή και το δορυφόρο που θέλετε να κατεβάσετε. Tις πληροφορίες αυτές μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο σε ειδικά site, όπως το www.satsig.net. Έτσι, αντί να κινείται το κάτοπτρο στην τύχη (αριστερά –δεξιά και πάνω –κάτω) μέχρι να βρείτε το δορυφόρο που επιθυμείτε, αρκεί να ρυθμίσετε σωστά την ανύψωση που αντιστοιχεί στην περιοχή σας και με τη βοήθεια πυξίδας να το στρέψετε προς τη σωστή κατεύθυνση που υποδεικνύουν οι πίνακες. 2. Επιλογή σωστής θέσης. Η επιλογή της σωστής θέσης του κάτοπτρου είναι το ήμισυ της εγκατάστασης. Ειδικότερα αν περιβάλλεστε από υψηλότερα κτήρια ή εμπόδια. Το κάτοπτρο θα πρέπει να κοιτάει προς το Νότο και ανατολικά και δυτικά να υπάρχει ανοιχτός ορίζοντας. Οι γεωστατικοί τηλεοπτικοί δορυφόροι σχηματίζουν ένα τόξο, που καλύπτει ένα γωνιακό άνοιγμα 120-140 μοιρών αριστερά και δεξιά του νότου, ανάλογα με την οπτική επαφή που διαθέτουμε. Εντοπίστε το σημείο του τόξου που βρίσκεται ο δορυφόρος που θέλετε να κατεβάσετε και ελέγξτε αν μπροστά στο κάτοπτρο υπάρχουν εμπόδια (δένδρα, πολυκατοικίες, κτίσματα), που περιορίζουν την οπτική επαφή με το δορυφόρο. Εάν δεν διαθέτετε ανοιχτό ορίζοντα προς το νότο, μπορείτε να ανατρέξετε σε προγράμματα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, τα οποία ανάλογα με το ύψος του εμποδίου, σας ενημερώνουν πόσο μακριά από αυτό μπορείτε να εγκαταστήσετε το κάτοπτρο. 3. Ρυθμίστε κατακόρυφα τη βάση κάτοπτρου Για να ισχύουν όλα τα παραπάνω, η βάση του κάτοπτρου θα πρέπει να είναι απολύτως κάθετη σε σχέση με το οριζόντιο επίπεδο, κάτι που ελέγχεται εύκολα με ένα αλφάδι. Μόνο έτσι μπορείτε να προχωρήσετε σε ρύθμιση, ακολουθώντας κάποιους κανόνες, οι οποίοι σίγουρα σαν αρχάριοι που είστε, θα σας βοηθήσουν. Εάν δεν μπορείτε να εξασφαλίσετε την καθετότητα επειδή το σημείο που επιλέξατε να στήσετε το κάτοπτρο έχει κλίση, τότε μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ειδική βάση τυπού universal. Αυτή, χάρη στα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά που διαθέτει, μπορεί να διορθώσει την υπάρχουσα κλίση. Φυσικά, αν δεν σας βγαίνει η καθετότητα της βάσης δαπέδου, μπορείτε και πάλι να ρυθμίσετε το κάτοπτρο. Στην περίπτωση αυτή, όμως, ξεχάστε τους πίνακες και ρυθμίστε το στην τύχη, μιας και οι αναγραφόμενες τιμές δεν θα ισχύουν. 4. Επιλογή κάτοπτρου Όσο κι αν είστε καλά διαβασμένοι, κάποια υλικά λήψης θα σας βοηθήσουν περισσότερο από κάποια άλλα στο εγχείρημά σας. Βασικό στοιχείο λήψης είναι το κάτοπτρο. Η διάμετρος αυτού είναι εξίσου σημαντικό στοιχείο. Έτσι, για την πρώτη σας φορά, επιλέξτε κάτοπτρο διαμέτρου 80-100cm. Είναι ιδανική διάσταση για να μη σας προβληματίσει με τον όγκο της, αλλά και να σας βοηθήσει να κεντράρετε εύκολα σε έναν από τους εμπορικούς δορυφόρους. Επίσης, το κόστος δεν είναι μεγάλο, έτσι ώστε αργότερα να προχωρήσετε σε μια πιθανή αντικατάσταση. Αποφύγετε τα κάτοπτρα των 40cm και 60cm, που παρέχουν οριακές λήψεις και απαιτούν 100% ακρίβεια εγκατάστασης. Επίσης, προσέξτε το κάτοπτρο να διαθέτει διαβαθμισμένη κλίμακα μοιρών στο πλάι, κάτι που θα σας βοηθήσει για να προρυθμίσετε την ανύψωση. 5. Ρύθμιση LNB Εκτός από τη ρύθμιση της ανύψωσης και του προσανατολισμού του κάτοπτρου, θα πρέπει να ρυθμίσετε και την περιστροφή του LNB, πάντα σε σχέση με το δορυφόρο που θα στοχεύσετε. Η περιστροφή (skew) αναφέρεται στους πίνακες «Γωνίες Λήψης» του περιοδικού, με ένδειξη μοιρών και διαφέρει ανάλογα με την τροχιακή θέση του κάθε δορυφόρου. H αναφερόμενη ρύθμιση είναι πολύ βασική, καθώς έτσι επιτυγχάνεται η μέγιστη τιμή ποιότητας του λαμβανόμενου δορυφορικού σήματος. Μεγάλη απόκλιση από τη σωστή ρύθμιση του skew, μπορεί να οδηγήσει σε ολική απώλεια του σήματος. Η επιλογή του καταλληλότερου LNB δεν θα επηρεάσει την πρώτη σας απόπειρα εγκατάστασης. Βέβαια, εμείς προτείνουμε πάντα επώνυμα LNB, που δεν θα διαλυθεί το πλαστικό περίβλημά τους, μετά από λίγο καιρό έκθεσης στην ταράτσα. Επίσης βεβαιωθείτε πως το LNB που θα επιλέξετε, διαθέτει ειδικό περίβλημα προστασίας του σημείου σύνδεσης με το καλώδιο, κάτι που προστατεύει από την εισαγωγή υγρασίας στο καλώδιο. 6. Μέτρηση σήματος Όπως αναφέραμε και πριν, θέλετε να κάνετε το χόμπι σας. Έτσι, το ρόλο του μετρητή σήματος (πεδιόμετρο) θα τον παίξει ο δορυφορικός δέκτης που επιλέξατε, σε συνδυασμό με την τηλεόραση που θα το συνδέσετε. Θα είναι αρκετά δύσκολο ο δέκτης να βρίσκεται στο διαμέρισμα, ενώ εσείς προσπαθείτε να συντονίσετε το κάτοπτρο στην ταράτσα. Έτσι, θα χρειαστεί να ανεβάσετε όλον τον εξοπλισμό στην ταράτσα. Αρχικά, συνδέστε την έξοδο του LNB με την είσοδο του δέκτη και στη συνέχεια το δέκτη με την TV (μέσω Scart ή RCA), ώστε να βλέπετε εικόνα στην TV σας. Από τα μενού του δέκτη επιλέξτε «Εγκατάσταση» και «Ρύθμιση Κεραίας» και δηλώστε το δορυφόρο που θέλετε να αναζητήσετε. Στη συνέχεια, επιλέξτε μία συχνότητα του δορυφόρου που είστε σίγουροι ότι κατεβαίνει στην περιοχή σας. Στο κάτω μέρος του μενού θα παρατηρήσετε μία ή δύο μπάρες μέτρησης σήματος. Οι περισσότεροι δέκτες έχουν δυο μπάρες μέτρησης σήματος, μία για στάθμη και μία για ποιότητα σήματος. Η μπάρα της στάθμης είναι συνήθως πάντα γεμάτη και δεν μας ενδιαφέρει. Αντίθετα, αυτή που μας ενδιαφέρει είναι η μπάρα της ποιότητας, που όταν στοχεύσετε στο σωστό δορυφόρο θα αρχίσει να γεμίζει. Για τη στόχευση αρκεί να κάνετε μικρές κινήσεις αριστερά –δεξιά προς τη σωστή κατεύθυνση που σας έχει υποδείξει η πυξίδα. Εάν δεν έχετε πυξίδα, το ρόλο αυτής κατά προσέγγιση μπορεί να παίξει ένας εγκατεστημένος ηλιακός θερμοσίφωνας (κοιτάζουν πάντα προς το νότο). Με δεδομένο το αλφάδιασμα της βάσης και τη σωστή ρύθμιση της ανύψωσης, δεν θα δυσκολευτείτε πολύ. Επειδή υπάρχει περίπτωση να προσπεράσετε το δορυφόρο χωρίς να προλάβει ο δέκτης να δείξει ένδειξη ποιότητας σήματος, θα πρέπει οι κινήσεις σας να είναι αργές και μεθοδικές. Μόλις έχετε σταθερά γεμάτη τη δεύτερη μπάρα, σφίγγετε λίγο τις βίδες στο κάτοπτρο και κάνετε αναζήτηση καναλιών. Ελέγξτε ότι τα κανάλια που κατεβάσατε αντιστοιχούν στο δορυφόρο που θέλετε, αφού υπάρχει περίπτωση να έχετε κεντράρει σε άλλο δορυφόρο, που χρησιμοποιεί την ίδια συχνότητα. Αφού βεβαιωθείτε ότι βρήκατε το δορυφόρο που θέλετε, κινήστε ελαφρώς το κάτοπτρο δεξιά – αριστερά και πάνω – κάτω, μέχρι να βρείτε το σημείο όπου η μπάρα ποιότητας δείχνει μέγιστο σήμα. Αυτό θα είναι το σημείο που θα κοιτάει το κάτοπτρο. 7. Σταθεροποίηση κατόπτρου. Βρήκατε το δορυφόρο που θέλατε. Είστε σε πολύ καλό δρόμο, μα θα πρέπει να σταθεροποιήσετε την εγκατάστασή σας. Μη σφίξετε τις βίδες στην τύχη, γιατί το αποτέλεσμα θα σας απογοητεύσει. Πραγματοποιήστε το τελικό σφίξιμο στις βίδες του κάτοπτρου και ταυτόχρονα να κοιτάτε πάντα την ένδειξη ποιότητας σήματος. Θα παρατηρήσετε κάποιες μεταβολές, ανάλογα με το ποια βίδα σφίγγετε περισσότερο. Επιλέξτε σταυρωτό βίδωμα για να μην έχετε απώλειες σήματος σε σχέση με την αρχική στόχευση. Σε περίπτωση που παρατηρήσετε μείωση σήματος, διορθώστε ξανά το κάτοπτρο με μικροκινήσεις. 8. Καλώδιο Η επιλογή του κατάλληλου καλωδίου, καθώς και ο τρόπος εγκατάστασής του, παίζουν καθοριστικό ρόλο για το αν το αποτέλεσμα στην ταράτσα θα είναι το ίδιο με το αποτέλεσμα που θα έχετε στο δωμάτιο όπου θα εγκαταστήσετε το δέκτη σας. Το καλώδιο θα πρέπει να είναι κατάλληλο για δορυφορική λήψη (συνήθως αναγράφει sat) και να μη διακόπτεται. Μην το τσακίσετε, μην το πατάτε κατά την εγκατάσταση στην ταράτσα και, γενικότερα, μην το κακομεταχειριστείτε. Μην το περάσετε μαζί με καλώδια ισχυρών ρευμάτων, μην το αφήσετε να κρέμεται στην ταράτσα, μην το γδάρετε περνώντας το μέσα από κάποιον τοίχο. Γενικότερα, συμπεριφερθείτε του με σεβασμό και αυτό θα σας ανταμείψει. 9. Έλεγχος εγκατάστασης Βεβαιωθείτε, αφού τοποθετήσετε το δέκτη στην οικία σας, ότι λαμβάνετε όλα τα κανάλια του δορυφόρου που κατεβαίνουν με το κάτοπτρό σας. Αν παρατηρήσετε διαφορές, τότε για κάποιο λόγο κάτι δεν έγινε σωστά, μετά την αρχική στόχευση. Στην περίπτωση αυτή, επαναλάβατε τη διαδικασία, ελέγχοντας περισσότερες από μία συχνότητες. 10. Συνεχίστε έτσι Εάν όλα τα παραπάνω σας οδήγησαν στην πρώτη σας επιτυχή εγκατάσταση, τότε δεν έχετε παρά να δώσετε συγχαρητήρια στον εαυτό σας. Η τελευταία συμβουλή μας είναι να μη σταματήσετε εδώ, αλλά να προχωρήσετε και σε επόμενη εγκατάσταση, γιατί όχι και ενός δεύτερου παράκεντρου δορυφόρου στο ίδιο κάτοπτρο. digitaltvinfo.gr
  10. Dsat1

    Στόχευση δορυφορικού κατόπτρου

    Θέλετε να ασχοληθείτε με τα δορυφορικά. Ωραία. Δέκτη διαλέξατε και πήρατε, πιάτο/LNB διαλέξατε και πήρατε. Τώρα τα έχετε όλα μπροστά σας και ήρθε η ώρα να τα στήσετε. Δεν κρατιέστε και δεν θέλετε να χάσετε την χαρά να τα κάνετε μόνος σας (ή τα χρήματα που σας ζήτησε ο τεχνικός σας φάνηκαν πολλά), και χρειάζεστε βοήθεια? Οι συμβουλές να ψάξετε στα τυφλά τον δορυφόρο που θέλετε δεν σας ενθουσιάζουν? Εδώ θα προσπαθήσουμε με απλά λόγια να σας βοηθήσουμε να κατανοήσετε τι και πως πρέπει να κάνετε για να πετύχετε τον στόχο σας. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν! Λίγα λόγια για τους δορυφόρους Οι τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι που προορίζονται για την μετάδοση τηλεοπτικών/ραδιοφωνικών προγραμμάτων, βρίσκονται σε τροχιά γύρω από την γη, πάνω από τον ισημερινό και σε απόσταση ~36.000 χλμ από την επιφάνεια του πλανήτη μας. Φανταστείτε ένα δαχτυλίδι τριγύρω από την γη, όπου σε συγκεκριμένα σημεία πάνω σε αυτό το νοητό δαχτυλίδι βρίσκεται και ένας δορυφόρος DTH. Η θέση που βρίσκεται ο κάθε δορυφόρος πάνω σε αυτό το "δαχτυλίδι", λέγεται τροχιακή θέση (orbital position) και αναφέρεται σε μοίρες με βάση το Γκρίνουϊτς. Για παράδειγμα, ο δικός μας δορυφόρος Hellas Sat, βρίσκεται στις 39 μοίρες ανατολικά (39Ε). Τι θα πεί "μοίρες με βάση το Γκρίνουϊτς"? Το Γκρίνουϊτς βρίσκεται νοτιοδυτικά του Λονδίνου και είναι το γνωστό σημείο αναφοράς για την παγκόσμια ώρα, κ.α.. Αν υποθέσουμε ότι στεκόμαστε εκεί με το βλέμα μας προς τον ισημερινό (κοιτάμε προς τον νότο δηλαδή), τότε λέμε ότι κοιτάμε στις 0 μοίρες. Αν στρίψουμε το βλέμα μας προς τα αριστερά (προς την ανατολή δηλαδή) π.χ. 30 μοίρες, τότε λέμε ότι κοιτάμε στις 30E (E=East, Ανατολή -> κοιτάμε στις 30 μοίρες ανατολικά του Γκρίνουϊτς). Αντίστοιχα, αν κοιτάξουμε προς τα δεξιά (προς την δύση δηλαδή) 30 μοίρες, τότε λέμε ότι κοιτάμε στις 30W (W=West, Δυτικά -> κοιτάμε στις 30 μοίρες δυτικά του Γκρίνουϊτς). Που θα γυρίσω το πιάτο μου λοιπόν? Η γη δεν είναι επίπεδη, ούτε καν σφαιρική, οπότε δεν σημαίνει ότι αν βρισκόμαστε στο Γκρίνουϊτς και κοιτάξουμε στις 39 μοίρες ανατολικά θα δούμε τον Hellas Sat. Πόσο μάλλον όταν βρισκόμαστε στην Ελλάδα, η οποία βρίσκεται μεταξύ γεωγραφικού πλάτους 20-22 μοιρών και έχουμε άλλες - επιπλέον διαφοροποιήσεις. Η θέση που βρισμόμαστε, εκτός από την κατεύθυνση του κατόπτρου, παίζει ρόλο στην κλίση του (elevation ή αλλιώς tilt) και στην περιστροφή του LNB για την πόλωση (vertical/horizontal). Για να υπολογίσουμε την κατεύθυνση του κατόπτρου μας, πρέπει πρώτα να ξέρουμε την δική μας θέση πάνω στη γη και φυσικά την τροχιακή θέση του δορυφόρου που επιθυμούμε να κάνουμε λήψη. Για την δική σας ευκολία, ετοιμάσαμε ένα πρόγραμμα για Windows το οποίο σας δίνει αυτά τα στοιχεία. Δώστε τα στοιχεία της θέσης που βρίσκεστε, καθώς και την τροχιακή θέση του δορυφόρου που επιθυμείτε να εστιάσετε. Αν δεν έχετε κάποιο φορητό GPS τα στοιχεία της θέσης σας (γεωγραφικό μήκος και πλάτος) μπορείτε να τα βρείτε π.χ. από το Google Earth ή κάποιο άλλο αντίστοιχο πρόγραμμα (π.χ. Microsoft MapPoint). Αν είστε ένας -ευτυχής- κάτοχος GPS για υπολογιστή, μπορείτε να πάτε στο τριτο tab και να δηλώσετε την θύρα COM που το έχετε συνδέσει ώστε το πρόγραμμα να πάρει αυτόματα την θέση σας. Καλό είναι να περιμένετε να πιάσετε πάνω από 4 δορυφόρους GPS ώστε το στίγμα που θα πάρετε να είναι πιο ακριβές (το πρόγραμμά μας σας δείχνει πόσους δορυφόρους πιάνει κάθε στιγμή και αυτόματα ανανεώνει το στίγμα και τις ρυθμίσεις του κατόπτρου). ΟΚ, μου έβγαλε κάτι μοίρες. Τώρα? Σαν κοινό σημείο προσανατολισμού, χρησιμοποιούμε τον μαγνητικό βορρά. Έτσι, όταν το πρόγραμμα σας λέει ότι πρέπει να στρέψετε το κάτοπτρό σας στις 187 μοίρες, εννοεί 187 μοίρες από τον βορρά. Με μια απλή πυξίδα μπορείτε να βρείτε ακριβώς την διεύθυνση που σας ζητά το πρόγραμμα. Η κλίση του κατόπτρου είναι λίγο πιο σύνθετο θέμα. Αν το πρόγραμμα μας λέει ότι χρειαζόμαστε κλίση 32 μοιρών (προς τα πάνω πάντα η κλίση φυσικά!), έχοντας παραβολικό κάτοπτρο τα πράγματα είναι απλά γιατί απλώς το βάζουμε στην γωνία των 32 μοιρών. Τα καλά κάτοπτρα έχουν βαθμονόμηση μοιρών στην βάση τους για την κλίση, διαφορετικά το βάζετε με την βοήθεια ενός κοινού μοιρογνωμόνιου. Απαραίτητη προϋπόθεση ότι η βάση του πιάτου είναι σωστά τοποθετημένη (π.χ. με αλφάδι). Όταν έχετε κάτοπτρο offset χωρίς βαθμονόμηση κλίσης, τα πράγματα δυσκολεύουν. Αν και συνήθως το μπράτσο στήριξης του LNB υποδηλώνει την κλίση του κατόπτρου, αυτό δεν είναι στάνταρ για όλους τους κατασκευαστές. Πως εκλαμβάνεται η κλίση σε offset και σε παραβολικό κατόπτρο Ενώ τα παραβολικά κάτοπτρα εστιάζουν στην γωνία που θα τα θέσουμε (και μας διευκολύνουν πολύ έτσι), τα offset έχουν μια γωνία απόκλισης όσον αφορά την εστίασή τους στην κλίση (εξ' ου και η ονομασία "offset"). Σε αυτή την περίπτωση βάλτε αυθαίρετα το μπράτσο στην ζητούμενη γωνία κλίσης, και τις διαφοροποιήσεις θα τις διορθώσετε στην συνέχεια με το πεδιόμετρο ή τον δορυφορικό δέκτη (από την ένδειξη του signal %). Η περιστροφή του LNB στην βάση του είναι εξαιρετικά σημαντική. Το πρόγραμμά μας σας ενημερώνει για την κλίση και την φορά που πρέπει να το στρίψετε. Αν σας δώσει μοίρες με αρνητικό πρόσημο (π.χ. -17 μοίρες) σημαίνει πως ενώ κοιτάτε το κάτοπτρο από μπροστά, πρέπει να στρίψετε το LNB αριστερόστροφα. Για θετικά πρόσημα, το στρίβετε δεξιόστροφα. Τι λεπτομέρειες θα τις "πάρετε" αργότερα με την βοήθεια του πεδιόμετρου ή του δορυφορικού δέκτη (με την ένδειξη του BER/Quality %). Με όλα αυτά, έχετε προσανατολίσει ΧΟΝΤΡΙΚΑ το κάτοπτρό σας προς την σωστή κατεύθυνση. Τώρα πρέπει να πάμε στις μικρομετρικές (και τελικές) ρυθμίσεις. Ρύθμιση με πεδιόμετρο Αν έχετε πεδιόμετρο προφανώς διαβάζετε το άρθρο μόνο από περιέργεια, αφού λογικά ξέρετε πως γίνεται η εστίαση ενός δορυφορικού κατόπτρου! Παρ' όλα αυτά, βρείτε τον δορυφόρο που θέλετε στην σελίδα του Lyngsat και σημειώστε την συχνότητα ενός αναλογικού transponder. Αν δεν έχει αναλογικούς transponders ο δορυφόρος που θέλετε, σημειώστε 2-3 ψηφιακούς, κατά προτίμηση free-to-air (χωρίς κωδικοποίηση). Υποθέτωντας ότι έχετε Universal LNB ,ανάλογα με την συχνότητα και την πόλωση του transponder, ρυθμίστε το πεδιόμετρό σας και γυρίστε σε mode αποδιαμόρφωσης εικόνας. Αν ο χοντρικός προσανατολισμός έγινε σωστά, θα πρέπει να βλέπετε την εικόνα του αναλογικού καναλιού, ίσως και με χιονάκια. Ρυθμίστε την διεύθυνση και την κλίση του κατόπτρου ώστε να πάρετε το μέγιστο σήμα (dBμV ή dBm). Έπειτα γυρίστε σε spectrum analyzer mode και μετακινηθείτε σε περιοχή συχνοτήτων με πολλούς ψηφιακούς transponders. Διαμορφώστε έτσι το span ώστε να βλέπετε στην οθόνη τουλάχιστον 3 από αυτούς. Στη συνέχεια "παίξτε" με την περιστροφή του LNB ώστε τα κενά μεταξύ των transponders να γίνουν το δυνατόν πιο βαθιά. Με την σωστή ρύθμιση περιστροφής του LNB, πετυχαίνετε την ακριβή πόλωση και εξαλείφετε το φαινόμενο cross-pol το οποίο είναι πολύ σημαντικό για το BER/Quality στα ψηφιακά κανάλια. Συγχαρητήρια, είστε έτοιμοι! (τις σφίξατε όλες τις βίδες?) Ρύθμιση χωρίς πεδιόμετρο Οπλιστείτε με όρεξη και υπομονή. Πάρτε τον δορυφορικό σας δέκτη και μια μικρή τηλεόραση στην ταράτσα, δίπλα στο κάτοπτρό σας. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, θα χρειαστείτε κάποιον δίπλα στην τηλεόραση μέσα στο διαμέρισμα να σας μεταφέρει τις ενδείξεις του δέκτη και να επικοινωνείτε μέσω κινητού ή walkie-talkie (όχι, οι φωνές από το μπαλκόνι και την ταράτσα δεν ενδύκνεινται). Ρυθμίστε τον δέκτη στην συχνότητα, πόλωση, symbol rate και FEC ενός free-to-air transponder, από αυτούς που σημειώσατε από την σελίδα που σας δώσαμε πιο πριν. Στους περισσότερους δέκτες υπάρχει κάποιο μενού που δείχνει συνεχώς την στάθμη λήψης (signal) και ποιότητας (BER/Quality). Αν σας δείξει κάποια στάθμη signal και quality, σημαίνει ότι τα πήγατε πολύ καλά στον χονδρικό προσανατολισμό και σας έμεινε πολύ λίγη δουλειά. Να έχετε υπόψιν σας στα offset κάτοπτρα ότι το "παίξιμο" της κλίσης είναι πιο "νευρικό" απ' ότι η διεύθυνση. Αρχίστε πρώτα να "παίζετε" μικρομετρικά με την κλίση του κατόπτρου για να ανεβάσετε το signal. Όταν πάρετε τα μέγιστα, προχωρήστε στο "παίξιμο" της διεύθυνσης (δεξιά-αριστερά). Όταν τελειώσετε με την κλίση και την διεύθυνση, "παίξτε" με την περιστροφή του LNB για να πάρετε τα μέγιστα και στο quality. Όταν τελειώσετε, κάντε ένα scan για να δείτε ποιά κανάλια υπάρχουν σε αυτόν τον transponder προκειμένου να βεβαιωθείτε ότι πιάσατε τον σωστό δορυφόρο. Αν το επιβεβαιώσετε και αυτό, σφίξτε καλά τις βίδες, ξανακάντε ένα τελικό έλεγχο στο signal/quality ότι δεν σας ξέφυγε και τελειώσατε! techteam.gr
  11. Το κέρδος ενός κατόπτρου αυξάνει σε μεγαλύτερες συχνότητες, έτσι ενώ στα 12,6GHz έχει 43dB στα 10,95 θα έχει λιγότερο. Για να μπορεί καποιος να συγκρίνει δύο δορυφορικά κάτοπτρα θα πρέπει να ξέρει το κέρδος τους στην ίδια συχνότητα, γιατί στην μέση μπαίνει και η αποδοτικότητα του (δηλαδή το ποσοστό του σήματος που σου δίνει στην πραγματικότητα από το θεωρητικό μέγιστό του). Ο τύπος που δίνει τους υπολογισμούς αυτούς είναι ο παρακάτω (αφορά παραβολικό κάτοπτρο, για offset είναι πιο περίπλοκος μιας και τα offset έχουν δύο διαμέτρους) GdB = κέρδος σε dB D = Διάμετρος κατόπτρου π = το γνωστό π, (3,14) λ= μήκος κύματος μ= συντελεστής απόδοσης (efficiency Με βάση αυτό τον τύπο υπαρχει ο παρακάτω πινάκας όπου υπολογίζεται το κέρδος σε μία περιοχή συχνοτήτων από 10700-12700 σε βήματα των 200MHz, με διάμετρο κατόπτρου 1.20μ και με δύο συντελεστές αποδοτικότητας, 0,70 και 0,60. Στην στήλη D υπαρχει ο υπολογισμός χωρίς να ληφθεί υπόψιν ο συντελεστής αυτός, δηλαδή για ένα θεωρητικό κάτοπτρο με συντελεστή απόδοσης 100% (που δεν υπάρχει εννοείται). Να ξέρετε όλοι οτι κάνοντας μια σύγκριση μεταξύ κατόπτρων ο άγνωστος είναι το efficiency...και πρέπει να το γνωρίζουμε για να υπολογιστεί στο τέλος το gain του κατόπτρου και ο λόγος που δεν το γνωρίζουμε το efficiency ειναι επειδη εχει να κάνει με την σχεδίαση και την κατασκευή του κατόπτρου, τι υλικό έχει χρησιμοποιηθεί στην επιφάνειά του, κλπ... Πηγη Google
  12. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα εξης tips ώστε να διευκολυνθούμε στην ρύθμιση του πιάτου μας. 1) Τοποθετούμε ένα σταθερό ανεξάρτητο σφιγκτήρα κατά από το σύστημα σύσφιξης του πιάτου. Έτσι δεν ανησυχούμε μηπως πέσει το πιάτο πιο χαμηλά όταν ξεσφίγγουμε τους δυο σφικτήρες για να το περιστρέψουμε δεξιά αριστερά όταν θελήσουμε να κάνουμε κάποια ρυθμιση. 2) Εφόσον ρυθμίσουμε το πιάτο μας κάνουμε ένα συνεχόμενο σημάδι με μαρκαδόρο (πχ μια γραμμή) στον ιστό και στον σφιγκτήρα του πιάτου ώστε να ξέρουμε τη θέση που σημαδεύει σωστά τον επιθυμητό δορυφόρο, αλλα και να εχουμε ένα σημειο επαναφοράς για τυχόν αναζητήσεις-ρυθμίσεις. 3) Πάρα πολλά σύγχρονα πιάτα δεν διαθέτουν ένδειξη μοιρών. Μην ανησυχείτε όμως γιατί υπαρχει λύση. Αγοράζουμε μια διαφάνεια Α4 εκτυπώσιμη. Βρίσκουμε στην αναζήτηση του google μια φωτογραφία μοιρογνομωνίου και το εκτυπώνουμε στο κατάλληλο μέγεθος στην διαφάνεια. Κόβουμε μόνο το τόξο του εκτυπωμένου μοιρογνωμονίου και το κολλάμε όπως στη φωτογραφία με σιλικόνη διαφανή. Οι μοίρες μας είναι έτοιμες λοιπών.
  13. Το βασικό καλώδιο που χρησιμοποιείται στην δορυφορική λήψη είναι το γνωστό ομοαξονικό (coaxial cable), που χρησιμοποιείται στην πλειοψηφία των επιγείων εγκαταστάσεων για την διανομή του σήματος στα διάφορα σημεία μιας κατοικίας. Αυτά τα καλώδια αποτελούνται συνήθως από ένα ενιαίο εσωτερικό αγωγό, ένα άσπρο μονωτικό υλικό (διηλεκτρικό), ένα λεπτό φύλλο αλουμινίου, ένα συρμάτινο λεπτό πλέγμα (τρίχα - εξωτερικός αγωγός) μια μεμβράνη που συγκρατεί το πλέγμα και ένα εξωτερικό μονωτικό περίβλημα μαύρο ή άσπρο. Το κοινό στοιχείο των ομοαξονικών καλωδίων που προορίζονται για λήψη επίγειου σήματος και αυτών που προορίζονται για λήψη δορυφορικού, είναι η αντίσταση των 75 Οhm που έχει καθιερωθεί σαν στάνταρ. Ωστόσο υπάρχουν διαφορές στις απώλειες που μπορούν να εμφανίσουν τα καλώδια σε συγκεκριμένο μήκος και σε συνάρτηση με την συχνότητα του σήματος. Παρόλο που η συχνότητες των δορυφορικών εκπομπών υποβιβάζονται από το LNB στις λεγόμενες «ενδιάμεσες συχνότητες» IF (950-2150 ΜΗz), οι τελευταίες είναι υψηλότερες από την υψηλότερη συχνότητα της επίγειας λήψης (στα UHF 862 ΜΗz για το κανάλι 69), με αποτέλεσμα να εμφανίζουν και μεγαλύτερες απώλειες σε μεγάλα μήκη ομοαξονικού καλωδίου. Έτσι, για την δορυφορική λήψη θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ποιοτικότερο καλώδιο από ότι για την επίγεια, ειδικά όταν η απόσταση από το LNB μέχρι τον δορυφορικό δέκτη είναι πάνω από 35 m. Ένας παράγοντας που μειώνει τις απώλειες στα ομοαξονικά καλώδια είναι η αύξηση της διαμέτρου τους, αλλά το πολύ χοντρό καλώδιο είναι δύσκαμπτο και όχι ιδιαίτερα βολικό στην εγκατάσταση του. Ένας δεύτερος παράγοντας είναι τα ποιοτικά υλικά κατασκευής του καλώδιου (με ανάλογη βέβαια αντανάκλαση στο κόστος του). Τα κατάλληλα ομοαξονικά καλώδια για δορυφορική λήψη έχουν την ονομασία δορυφορικά (SΑΤ), και η διάμετρος τους κυμαίνεται από 4.3 mm μέχρι 6.6 mm. Τα ομοαξονικά καλώδια που χρησιμοποιούνται συνήθως στις δορυφορικές εγκαταστάσεις είναι το RG6 το RG11 που υπάρχουν σε συνήθως σε 2 χρώματα (μαύρο ή λευκό) Τα καλά καλώδια θα πρέπει να γράφουν στο περίβλημα τους, και ανά ένα μέτρο, τα χαρακτηριστικά τους (τύπος και απώλειες ανά 100 m). Οι απώλειες των καλωδίων μετριούνται σε dB /100m/ 850MHZ. (Ένα καλό καλώδιο θα πρέπει να έχει απώλεια μικρότερη από 17 db / 100 m / 850 MHz και θωράκιση μεγαλύτερη ή ίση με 90 db). Σημαντική παράμετρος για ένα καλώδιο είναι η θωράκιση του ειδικά αν κοντά υπάρχει σταθμός κινητής τηλεφωνίας. Στα απλά καλώδια με θωράκιση 60 db υπάρχουν συχνά παρεμβολές από τις συχνότητες 950-2250 ΜHZ που χρησιμοποιούν τα κινητά τηλέφωνα. Η απόσταση του κεντρικού άξονα θα πρέπει να διατηρείται σταθερή σε όλο το μήκος του καλωδίου, από το μπλεντάζ. Στην περίπτωση που η απόσταση αυτή δεν είναι σταθερή, αλλάζει η σύνθετη αντίσταση του καλωδίου με αποτέλεσμα τη δημιουργία στάσιμων κυμάτων (κόμβοι και κοιλίες), και ένα φάσμα καναλιών που θα έπρεπε να είναι σταθερό, στην άλλη άκρη του καλωδίου μπορεί να παρουσιάζει ορισμένα κανάλια πιο ενισχυμένα από άλλα ή πολύ πιο πεσμένα. Η μηχανική αντοχή του καλωδίου είναι μια ακόμα παράμετρος της ποιότητας του. Ένα κακό καλώδιο κατά την έλξη του, ανάλογα με τη δυσκολία έλξης (π.χ. αν υπάρχει εμπόδιο στις σωληνώσεις που περνάει, γωνίες κ.λπ.) μπορεί να παραμορφωθεί και να μεταβληθεί το μήκος του. Σε αυτή την περίπτωση αυτή δημιουργούνται επίσης κόμβοι και κοιλίες. Σημαντικό είναι να μην κάμπτεται το καλώδιο σε ορθή γωνία κατά την τοποθέτηση του, αλλά να τοποθετείται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή όσο αναφορά την επιτρεπόμενη γωνία κάμψης του. Η γήρανση του υλικού είναι παράμετρος που αναφέρεται στο πόσο γρήγορα ένα καλώδιο φθείρεται στο χρόνο. Περίβλημα Από την ποιότητα του εξωτερικού περιβλήματος εξαρτάται ο χρόνος που θα αντέξει το καλώδιο σε έντονα και ακραία καιρικά φαινόμενα, (πλημμύρες, εκτεταμένες βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις, υγρασία, απότομη εναλλαγή θερμοκρασίας, καύσωνες) σε υπεριώδη ακτινοβολία, σε περίπτωση που έχουν τοποθετηθεί μέσα στο έδαφος ή μέσα σε γλυκό νερό ή ακόμα και υποθαλάσσια. Ένα κακής ποιότητας περίβλημα θα επιτρέψει να εισχωρήσει υγρασία στα πρώτα μέτρα του και αν και τα υπόλοιπα στοιχεία του καλωδίου (μπλεντάζ, φύλο αλουμινίου κ.λπ.) είναι κακής ποιότητας σύντομα θα όλα διαβρωθούν, με αποτέλεσμα αρχικά να αυξηθούν οι απώλειες του και στην συνέχεια το καλώδιο να σταματήσει εντελώς να δίνει σήμα. Καλό είναι, όπου είναι δυνατό το καλώδιο να τοποθετείται σε κανάλια ή να επιλέγονται σημεία διαδρομής προστατευμένα, έτσι ώστε η διάρκεια ζωής του να μεγαλώσει. Όταν με την πάροδο του χρόνου οι απώλειες του αυξηθούν και αρχίσει να δείχνει σημάδια φθοράς ή αυξημένες απώλειες, θα πρέπει να αντικατασταθεί. Μια ακόμα παράμετρος ποιότητας στα καλώδια είναι η αντοχή στα τρωκτικά και επίσης το να είναι άφλεκτα. Πλέγμα Το πλέγμα (μπλεντάζ) που περιβάλλει το μονωτικό υλικό του καλωδίου (μπορεί να είναι από διάφορα υλικά όπως χαλκός, αλουμίνιο επιχαλκωμένο αλουμίνιο ή επιχαλκωμένος χάλυβας), βοηθάει στην απολαβή του καλωδίου και στην αποφυγή ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών θωρακίζοντας το καλώδιο. Γενικά, όσο πιο πολλά είναι τα νήματα στο πλέγμα τόσο μεγαλύτερη επιφάνεια καλύπτεται αλλά σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος που έχει «πλεχτεί» το πλέγμα. Έτσι, μπορεί κάποιο καλώδιο με λιγότερα νήματα να προσφέρει τελικά καλύτερη θωράκιση από κάποιο με περισσότερα. Ωστόσο, αυτό που γενικά ισχύει είναι, μεγαλύτερη κάλυψη με πλέγμα = μεγαλύτερος αριθμός νημάτων = βαρύτερο καλώδιο = ακριβότερο. Για μεγαλύτερη θωράκιση όταν είναι αναγκαίο υπάρχουν καλώδια με διπλή στρώση πλέγματος (διπλομλεντάζ). Μεμβράνη και Περίβλημα Η μεμβράνη συγκράτησης της περιέλιξης που μπορεί να είναι από χαλκό, αλουμίνιο, πολυεστέρα ή πολυπροπυλένιο, θωρακίζει επίσης το καλώδιο. Το εξωτερικό περίβλημα του καλωδίου, τέλος, βοηθάει και αυτό στη θωράκισή του και το προστατεύει από τα καιρικά φαινόμενα. Βέβαια όσο καλύτερη θωράκιση έχει το καλώδιο λόγω του πλέγματος τόσο λιγότερο σημαντική είναι η θωράκιση που θα προσφέρει το περίβλημα του. Γενικά είναι προτιμότερη η χρήση καλωδίων με καλά χαρακτηριστικά (με τις χαμηλότερες δυνατές απώλειες στις υψηλές συχνότητες και καλή θωράκιση) για να αποφευχθεί η χρήση ενισχυτών γραμμής (αφού ένας ενισχυτής εκτός από το σήμα ενισχύει και τον θόρυβο) ή αν είναι απαραίτητο, να χρησιμοποιηθεί κάποιος ενισχυτής μικρής ισχύος. Ενδεικτικά, αν παραβλέψουμε τον παράγοντα «ποιοτική κατασκευή» και λαμβάνοντας υπόψη την μέγιστη απώλεια στα 2.150 ΜΗz, ένα μέσης ποιότητας καλώδιο διαμέτρου 4,3 mm θα καλύψει σωστά μια δορυφορική λήψη σε ένα μήκος μέχρι 34 m, ένα καλώδιο διαμέτρου 5 mm μήκος 39 m, ένα 6 mm έως 50 m και ένα 6,6 mm μπορεί να φτάσει τα 54 m, χωρίς να υπάρχουν προβλήματα ανεπάρκειας σήματος στον δορυφορικού δέκτη. Σε μεγάλο μήκος καλωδίου μπορεί να βοηθήσει και ένα LNB με αυξημένη ενίσχυση αλλά σε μικρό μήκος, το υψηλής ενίσχυσης LNB ή το πολύ καλό καλώδιο, μπορεί να φέρει προβλήματα υπερβολικού σήματος σε σημείο που να χρειαστεί ακόμη και μείωση. Έκτος από τα κλασικά μονά καλώδια υπάρχουν και δέσμες καλωδίων όπως π.χ δέσμες με διαφορετικά χρώματα καλωδίων για λόγους ευκολίας όταν θα πρέπει να τοποθετηθούν πολλά καλώδια μαζί στην ίδια διαδρομή ή και καλώδια με επιπλέον μια δέσμη 4 Χ 1.5 mm για την σύνδεση μοτέρ polar mound κ.λπ. Σημειώσεις Συνδέσεις ηλεκτρολογικού τύπου στα ομοαξονικά καλώδια δεν επιτρέπονται σε καμία περίπτωση αφού δεν πρόκειται για διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά για «ασθενή ρεύματα» που επίσης είναι σε πολύ υψηλές συχνότητες ειδικά όταν πρόκειται για δορυφορική λήψη. Η σύνθετη αντίσταση (75 Ω) ενός ομοαξονικού καλωδίου, είναι το γινόμενο του αθροίσματος της ωμικής της χωρητικής, και της αυτεπαγωγικής αντίστασης, επί τον συντελεστή του καλωδίου. Ζο = R + LΩ + 1/CΩ * Συντελεστής Καλωδίου =75 Ω (όπου Ω = 2πf, π=3,14, f = συχνότητα) Τα καλώδια δεν πρέπει να μένουν ποτέ ατερμάτιστα γιατί τότε συνήθως θα δουλεύουν σαν φίλτρα αποκοπής ζώνης συχνοτήτων. satspot.gr
×